A A A

Απόσπασμα

1.

Δώδεκα χρόνια ἦταν παντρεμένοι ἡ Μαρολύνα κι ὁ Νικήτας. Παιδιά δέν εἶχαν κι ἔτσι τά πράγματα δεῖχναν εὐκολότερα, ὅταν χρειάστηκε κάποια στιγμή νά πάρουν τή μεγάλη ἀπόφαση γιά τίς ζωές τους. Κι ὄχι βέβαια πώς... ἁπλῶς δέν ἔτυχε ὥς τώρα ν' ἀποκτήσουν, ἀφοῦ τό 'χανε προσπαθήσει, ἀπό τόν τρίτο χρόνο τοῦ γάμου τους κι ὅλας.

Ἀπό κοινοῦ σκέφτηκαν κάποια στιγμή νά τό ψάξουν τό θέμα, νά βροῦν τί ἔφταιγε, τί δέν πήγαινε καλά καί νά τό διορθώσουν, ἄν γινόταν. Τό ἀποφάσισαν, ἀλλά μᾶλλον σάν παιγνίδι πάρθηκε ἡ ἀπόφασή τους. Μέ τήν Μαρολύνα νά προτείνει καί τόν Νικήτα νά λέει "ναί" σέ ὅλα, ἀλλά νά μή συμμετέχει, οὐσιαστικά, πουθενά. Φρόντιζε βέβαια νά γεμίζει τό μπουκαλάκι μέ τό σπέρμα του, γιά ὅλες τίς φορές πού χρειάστηκε, καί ὥς ἐκεῖ. Ὕστερα, ἐκείνη στεκόταν πάνω στούς ἀναβολεῖς - σάν ἀναβάτης πού ἀγκάλιαζε μέ τά πόδια του τό ἄτι τοῦ κενοῦ - καί περίμενε τό γιατρό πού κρατοῦσε τήν τεράστια σύριγγα ἀνάμεσα στά σκέλια της, γιά νά ὁλοκληρώσει τήν "πράξη".

Ὁ Νικήτας δέν τήν ρώτησε ποτέ πῶς αἰσθανόταν, δέν τήν βοήθησε οὔτε μιά φορά νά κρατήσει ζεστό τό μικρό ταπωμένο σωλήνα μέ τό δικό του ὑγρό, ὅταν ὁ γιατρός τούς παράγγελνε: "πρέπει νά μοῦ τό φέρετε σέ θερμοκρασία σώματος ἀπό τό ἐργαστήριο", κι αὐτή τό κουβάλαγε τρυπωμένο μές στό στῆθος της, λές καί μποροῦσαν οἱ χτύποι τῆς καρδιᾶς της νά παρατείνουν καί νά ἰσχυροποιήσουν τή ζωή μέσα του, τή ζωή πού θ' ἀνακατευόταν μέ τή δική της μετά ἀπό λίγη ὥρα, ἐνῶ ἔπρεπε νά ὁδηγεῖ κι ὅλας, νά καλύπτει μέσα στίς ὁρισμένες, μικρές χρονικές προθεσμίες, τίς τεράστιες ἀποστάσεις ἀπ' τό Μαρούσι ὥς τόν Πειραιά καί πάλι πίσω, ὥστε νά προλάβει ἀκριβῶς τήν προκαθορισμένη ὥρα τῆς "σύλληψης".

Ὁ Νικήτας δέν τῆς εἶπε ποτέ τί σκεφτότανε ὅλην ἐκείνη τήν ὥρα ἤ πρίν ἔστω ἀπ' αὐτήν, οὔτε μέ μιά λέξη, ἤ μ' ἕνα ἄγγιγμα δέν τῆς ψιθύρισε ποτέ: "εἶμαι κι ἐγώ ἐδῶ" ἤ, ἔστω, δέν χαράκωσε τή μοναξιά της, τό κενό τῆς παράταιρης εἰσβολῆς μ' ἕνα "ἐδῶ μαζί σου εἶμαι" καί ποτέ δέν γεφύρωσε τήν ἀπογοήτευση τοῦ ἀρνητικοῦ ἀποτελέσματος κάθε φορά, μέ τήν ἑπόμενη καινούργια προσπάθεια.

Δέν τῆς μίλησε ποτέ γι' αὐτά πού ἐκεῖνος ἔνιωθε, γιά ὅ,τι ἐκεῖνος περίμενε, κι ἔπρεπε, ἀντίθετα, ἡ Μαρολύνα μονίμως νά φαντάζεται τί συνέβαινε μές στό μυαλό του, τούς κύκλους πού ἡ ψυχή του διέγραφε. Κι οὔτε ποτέ τῆς εἶπε κάτι γιά τό ἔμβρυο πού κάθε φορά μετάνοιωνε καί δέν ἔλεγε νά τούς ἐπισκεφτεῖ. Κι ἐκείνη τίποτα δέν τοῦ ἀποκάλυψε γι' αὐτό, ποτέ. Μόνο ὅτι οἱ δικοί του ἤθελαν ἐπιτέλους ἕνα ἐγγόνι, καμιά φορά τῆς ἔλεγε, καί τί ἤθελε ἐκεῖνος τῆς τό κρατοῦσε μυστικό. Ἐκτός δηλαδή, ἀπ' τ' ὅ,τι ὥς ἐκεῖ ἤ κι ἐξ αἰτίας τῆς ἐπιθυμίας τῶν δικῶν του, ἕνα παιδί τό ἤθελε κι αὐτός.

Κι ἔτσι τ' ἀντιμετώπιζε ὅλα. Ποτέ του δέν εἶχε ἀνησυχήσει γιά τίποτα. Ὅλα του βιωμένα μέ ἀπόλυτο τρόπο, ὅπως τό μεθυσμένο ἐκκλησίασμα βιώνει ὥς καί τά ἔσχατα τῆς Λειτουργίας, καθηλωμένο, καί πιστεύει χωρίς νά ἐρευνᾶ. Ἤ πιστεύεις λένε, ἤ ψάχνεις...

Κι ἀπό τήν ἀρχή πού τόν γνώρισε ἀντιδροῦσε τό ἴδιο. Ἀλλ' αὐτή δέν ἤθελε νά πιστέψει πώς τ' ὅλο κι ὅλο του ἦταν αὐτό. Νόμιζε πώς βαθιά μέσα του κρυβόταν μιά μεγάλη ἐπανάσταση. Μιά κραυγή. Ἕνα οὐρλιαχτό. Ἕνα μεγάλο "ἄχ", πού θ' ἅρπαζε τούς σφετεριστές τῆς ζωῆς του καί θά τούς ξαπόστελνε ἀπό κεῖ πού ἦρθαν. Ἀλλά, ὡς φαίνεται, δέν ὑπῆρχε τίποτα. Μόνο τό ἀπλανές ἐπίπεδο. Κι ἡ σιωπηλή του ἀποδοχή ἀπάναντι στά πάντα.

Κι ἔγινε ἡ ζωή τους μιά βαριεστημάρα πού βαριοῦνταν καί νά τή μοιράζονται ἀκόμα. Κι αὐτό τήν ἔσπρωχνε κάποιες φορές ν' ἀναρωτιέται ἄν κι ἀπ' τήν ἀρχή ἀκόμα ὑπῆρξε ἔρωτας ἤ μήπως, σκεφτόταν, ἡ λυσσασμένη καταφυγή της σέ μιάν ἀκίνδυνη τρυφερότητα, συνδυασμένη κι ὅλας μέ τή μανιώδη της αὐτοκαταστροφή, παραπλάνησε, κι ὅ,τι τό ἀνύπαρκτο τό ἔκανε νά φαίνεται ὅτι τάχα ὑπῆρχε παραπίσω, ἤ κι ὅτι κάποτε θά ξεμυτίσει κι αὐτό κι ἐκεῖνο καί τό ἄλλο, κι ὅλα τότε θ' ἄλλαζαν... Σκεφτόταν λοιπόν, μήπως παραποιημένες αἰσθήσεις ἤτανε τότε - στήν ἀρχή - κι ὄχι ἔρωτας καθαυτός, κι ἔτσι κατέληξε ν' ἀποφασίσει, ἀφοῦ τό ἔνστικτό της, ἀπό τότε, προσπαθοῦσε νά τήν προειδοποιήσει᾿ ἀλλά γιατί δέν τό ἄκουγε; γιατί ἐπέμενε; κι ἄραγε, τελικά, ποιός τήν πλήρωσε; Κι οἱ δυό τους, βέβαια, ὅμως βαθύτερα ποιός; Καί ποιός ἦταν πράγματι τό θύμα;...

Καί σάν σφήνα γλίστρησε στό μυαλό της ξαφνικά ἡ κουβέντα τῆς Εὔας, ὅταν τῆς εἶπε πώς σάν τό φάντασμα πέρασε ὁ Νικήτας ἀπ' τή ζωή της. Κι αὐτός κι ἡ οἰκογένειά του ὅλη. Καί τί εὐθύνες, λοιπόν, μπορεῖ νά γυρέψει κανείς ἀπ' τά φαντάσματα; Τί νά τούς καταλογίσει ἄλλο, ἐκτός ἀπό τό βάρος τῆς σκιᾶς τους καί μόνο;

Κατέβαινε μέ τό τρόλλεϋ τήν Πανεπιστημίου, ὅταν τά σκεφτόταν ὅλα αὐτά, πηγαίνοντας στό γραφεῖο τῆς Λένας. Ἦταν ὄρθια στό πίσω μεγάλο παράθυρο κοιτάζοντας ἀφηρημένα ἔξω κι οὔτε πού εἶδε τίποτα σ' ὁλόκληρη τή διαδρομή. Ξαφνικά, συνειδητοποίησε πώς ἔπρεπε νά κατέβει κι ὅρμησε στήν πόρτα πατώντας τό κουμπί γιά τή στάση. Μόλις τό τρόλλεϋ σταμάτησε, πετάχτηκε μέ δύναμη ἔξω, σάν νά ἐκσφενδονίστηκε ἐντελῶς!

Ὁ δρόμος ἦταν γεμάτος κόσμο, παρά πού ἦταν ντάλα καλοκαίρι, καί νωρίς ἀπόγευμα, κι εἰδικά Τετάρτη. Τό Κέντρο τῆς πόλης-μιά κόλαση. Τά ἔργα γιά τό Μετρό ἀποκορύφωναν τήν ἤδη ἀφόρητη κατάσταση τοῦ κυκλοφοριακοῦ. Τά πεζοδρόμια εἶχαν μικρύνει γιά νά ἐξυπηρετηθοῦν τά ἐργοτάξια. Αὐτοκίνητα καί πεζοί-ἕνας κόλαφος, κι ὁ θόρυβος ὑπερβολικός. Θόρυβος ζωῆς στό Κέντρο τῆς πόλης... Ἡ ζέστη ἀφόρητη καί τό καυσαέριο πύκνωνε τόν ἀέρα, τόν κόλλαγε πάνω της καί νόμιζε πώς δέρμα καί πνευμόνια θά 'σκαγαν ἀπό ἀσφυξία. Περπατοῦσε γρήγορα σκοντάφτοντας πάνω σ' ἄλλους διαβάτες, ὅταν ξαφνικά ἡ εἰκόνα τοῦ Κώστα διαπέρασε τό μυαλό της...

...