A A A

ΕΓΡΑΨΑΝ


Ἔγραψαν γιά τη Νατάσα Ζαχαροπούλου και τά βιβλία της:

 

  1. Ο Δημοσθένης Ζαδές 3/8/1980: "... Η τριφυλλιακή εστία δεν έσφαλλε που άνοιξε τις σελίδες της σε σένα. Αναμφισβήτητα έχεις ταλέντο. Στην ηλικία σου δεν γράφουνε πολλοί τόσο έμπειρα και άρτια. Με συγκίνηση έσκυψα πάνω απο τ' αποσπάσματα των δυό σου συνθέσεων. Προχώρησε στο δρόμο της Τέχνης..."
  2. Ο Χρήστος Κουλούρης 25/2/1980: "... Εχετε πλούσιο και βαθυστόχαστο ταλέντο. Συνεχίστε τον όμορφο δρόμο της τέχνης. Γρήγορα θα χαρούμε μια νέα ποιήτρια ανάμεσά μας..."
  3. Ο Ανδρέας Καραντώνης 24/4/1980: "... Βλέπω ότι σας κατακλύζουν οι λέξεις, η γλώσσα. Εχετε μιάν αξιόλογη λεκτική εκρηκτικότητα, μιά ορμή γιά έκφραση, απειθάρχητη ακόμα, κάποτε ασυλλόγιστη. Ωστόσο αυτή η εκρηκτικότητά σας, καθώς και αρκετές ωραίες εικόνες σας, καθώς και το ότι μπορείτε να σμίγετε τον έρωτα με άλλες διάχυτες καταστάσεις που χαρακτηρίζουν την εποχή μας, με κάνει να βλέπω σ' εσάς μια ενθαρρυντική περίπτωση. Αληθινά ζωγραφίζετε "τους παλμούς των λέξεων". Γιατί έχετε τόνο, έχετε μιά φωνή που σχετικά με τόσες άλλες, ακούγεται (τουλάχιστον μέσα μου) αρκετά έντοντα και με κάνει να σταματήσω και να την προσέξω, να την ξεχωρίσω..."
  4. Ο Ρένος Αποστολίδης 6-7/8/1994: "Η Νατάσα είναι, κυριώτατα, η αμεσότητα κι η δυνατή ορμή της ύπαρξης κ' έκφρασής της -στο πεζό εννοώ- οι τόσο ανεβασμένες στροφές στο στροφόμετρο της πολύ σωστά οδηγούμενης, μ' ακριβέστατα και ταχύτατα αντανακλαστικά, κολλητά με τα ίδια τα πράγματα, δίχως απόσταση κι ανάσα να συνέλθουμε, γραφής της, κάτι δηλαδή που ενθουσιάζει τους δυνατούς, τους ζωντανούς των υψηλών καύσεων (...) Κάθε άλλο η Νατάσα! που με τις Στροφές της, λογουχάρη, θα συναρπάσει -βάζω στοίχημα- κάθε μανιώδη οδηγό, τόσο, που τελειώνοντάς τες είμαι βέβαιος πως τον βλέπω να ορμάη στο δικό του μηχανικό άλογο και να του δίνη μ' εφτά χιλιάδες πατημένος τέρμα, τρομάζοντας όλες τις ψόφιες "κλώσσες" μας (...) Pro domo mea λοιπόν, εκτιμώντας έτσι τη γραφή - την ουσία και τον τόνο και το ρεύμα δηλαδή - της Νατάσας, που επίμονα την έσπρωξα να τα βγάλη όλ' αυτά της, και δη τα πεζά της! Εννοώ τον Άλεξ, τις Στροφές ακριβώς, το Κουνούπι της το τόσο τραγικό, τη Συνάντηση τη διψαλέα της και μη ποτέ συνάντηση... - αυτά οπωσδήποτε! (...) Το νέο είν' αυτό που είναι, και μιλάει από μόνο του -αν είναι ή δε μιλάει, και χάνεται στον καιάδα του βιαστικού Καιρού. Το νέο είναι - αρέσει δεν αρέσει στους καρεκλοκένταυρους της παντούφλας - και μηχανή, και ταχύτητα, και ρυθμοί άλλοι - τι να κάνουμε; - και "λέγε γρήγορα! φυγαμε!, κι ως εκ τούτου "λέγε ουσιαστικά! το ψαχνό! κι ωμά το ψαχνό! ας τις περικοκλάδες και τα γαρνιρίσματα!" κ' η γλώσσα, η "διαμορφωμένη" τάχα, κι "ανθιστάμενη", από τέτοιους άνευρους κι ατάλαντους ας "υποφέρει" όσο θέλει, ας "στραγγαλίζεται" ας γαβγίζει σαν άξαφνα πατημένα φρένα - τι να γίνη; θα το πη αυτό που εμείς θέλουμε να πούμε, όχι αυτό που άλλοι θέλαν μόνο να λέμε και πάλευαν να επιβάλουν (...) Κι εύχομαι βέβαια -γιατί πικρή δυστυχώς είν' η πείρα, κι ατυχώς είδα πολλά- η ζωντανή Νατάσα να μη κολλήση σ' αυτά, μείνη στα ίδια, κάνη "μανιέρα" το φυσικό της πρωθόρμητο ύφος, εύχομαι να ξέρη να πάψη, να σταματήση, όταν δεν έχη πια τι άλλο να πη, να μη νιώση ποτέ πως φτιάχτηκε, πως είναι, να μη δεχτη να γράψη ποτέ ό,τι θα ξέρη πια να γράφη το χέρι της, αλλά να παλεύη διαρκώς για το πιο μπρος, το πιο μπρος της απ' την ίδια κι ό,τι αφήνει ξερό φιδοπουκάμισο πίσω της (εκείνο που ξέρει να γράψη το χέρι της, γι' αυτό και παρέλκει βέβαια να γραφή ποτέ! ) εύχομαι να μη νιώση πως ανήκει πια σε μια χορεία, είναι κάποια... (αυτό είν' ο θάνατος!), να μη πάψη να νιώθη έτσι "κουνούπι" σαν το Κουνούπι της, "σταχτη" κι "αποστάχτη" σταχτοπούτα σαν τη Στάχτη της,... έτσι να κυνηγάη πάντα το Δημήτρη της, και μόνο "Δημήτρη της" ποτέ να μη βρίσκη... τέτοια δυστυχία της εύχομαι, που την ανάγκασε σ' αυτά τα "ευτυχισμένα" της να φτάση, τέτοια κλαίγοντας να χαράξη. Αλλά τα τέτοια γενικώς θέλουν άγριο δούλεμα! Θέλουν έλεγχο, σκάλισμα, σμίλεμα κάθε φράση, κάθε λέξη, κάθε ρυθμός και στίξη, όλη αύτή την τρομερή δουλειά πούναι και το τίμημα εδώ που τα λέμε, του: βιάζειν τη γλώσσα να πη εκείνο που εσύ θέλεις, εσύ (κι όχι άλλοι, συνήθεις, τρέχοντες) είσαι (ή θαρρείς πως είσαι - πάλι η έκφρασή σου θα το δείξη - και δε θα το δείξη, αν δεν την αναγκάσης, δεν την κατεργαστής έτσι που να το δείξη! (...)"
  5. Ο Κώστας Τσιρόπουλος, 1996, (περιοδικό Ευθύνη, τεύχος 296), για το βιβλίο "Κι ας με ταξιδεύεις όπου": "Με την ίδια καθημερινή γλώσσα, την φωτογραφική, και  με ορμή εντυπωσιακή εμφανίζεται η νέα πεζογράφος Νατάσα Ζαχαροπούλου στο σπαρταριστό βιβλίο διηγημάτων της "Κι ας με ταξιδεύεις όπου" (Λύχνος), ένα βιβλίο-λαχάνιασμα ειλικρίνειας από ένα νεανικό στήθος με γόμωση ονείρων και μελαγχολίας. Αξιοσημείωτη εμφάνιση.
  6. Η Αγγελική Σιδηρά 19/8/97: "... Εχεις μεγάλο ταλέντο βέβαια κι αυτό διαφαίνεται σ' όλα σου τα διηγήματα... θαύμασα την ανάπτυξη της λεπτομέρειας, τη λειτουργικότητα των συμβόλων σου, τη φαντασία σου... ψυχογραφείς, εμβαθύνεις σωστά... Εχω ενθουσιαστεί από το σύνολο της δουλειάς σου. Συγχαρητήρια..."
  7. Ο Κώστας Τσιρόπουλος 1998, (περιοδικό Ευθύνη, τεύχος 318) για το βιβλίο "Ίχνος κραγιόν η νύχτα": "... Προς την ίδια συστρεπτικότητα, πρός το σκοτεινό κέντρο μιας συνειδητότητας της ζωής δραματικής, αποτυπώνει η Ν.Ζ. στο μυθιστόρημά της Ιχνος κραγιόν η νύχτα, περνώντας τη βιαστική, ασθματική κάποτε και πικρή καθημερινότητα από το εσωτερικό της φίλτρο. Ένα φίλτρο που στομώνει εμπρός στο θάνατο, χαρίζοντάς μας μερικές σελίδες (120-124) αληθινά συγκλονιστικής αυτοσκόπησης - και καταγραφής..."
  8. Ο Κώστας Τσιρόπουλος 11/10/1998: "... Το αφήγημά σας το βρήκα ενδιαφέρον -κυρίως για την αίσθηση του σώματος που κατορθώνετε να μεταγγίσετε στις λέξεις σας..."
  9. Η Φρόσυ Σινιώρη, εφημερίδα Αυγή, 12/12/99, για τη συλλογή διηγημάτων "Όπου ορίζει το φιλί":"Τα δεκαέξι διηγήματα της Νατάσας Ζαχαροπούλου που ενώνονται με τον κοινό τίτλο "Όπου ορίζει το φιλί" αποτελούν μια σειρά αξιοσημείωτων κειμένων που μεταφέρουν τον αναγνώστη σε διαδρομές ψυχογραφικών καταστάσεων, μέσα από έντεχνες γλωσσοπλαστικές εικόνες.Ο τρόπος γραφής και η αναζήτηση εκλεπτυσμένου λεξιλογίου πολύ εύστροφα αναπτυγμένου κατά τη ροή των κειμένων εισάγουν τη Νατάσα Ζαχαροπούλου στον χώρο των καινούργιων σύγχρονων συγγραφέων, καθώς τα διηγήματα αυτά ξυπνούν στον αναγνώστη ενστικτώδη συναισθήματα και τον οδοηγούν στην απολαβή μιας πρωτόγνωρης σχεδόν λεξιλαγνείας. Πραγματικά αυτό που μας κερδίζει στο τελευταίο βιβλίο της Ζαχαροπούλου είναι η ευκαμψία του λόγου και η ικανότητά της να εμπλουτίζει τις σκέψεις που παρουσιάζονται μέσω όχι απλά μιάς εύστοχης φρασεολογίας - κάτι που πολύ συχνά συναντάμε σε λογοτεχνικά κείμενα όπου προδίδεται η χρήση λεξικού - μα μέσα από εκφράσεις που εξοικειώνουν τον γραπτό με τον προφορικό λόγο, που αναδύουν συμβολισμούς και ενίοτε αλληγορίες, που χαίρουν δηλαδή γλωσσολογικής και εννοιολογικής ανάλυσης. Αυτό που ενδιαφέρει περισσότερο στο βιβλίο της Ζαχαροπούλου είναι η πλαστικότητα της γραφής της και η ικανότητά της να αποκαλύπτει απρόσμενες εκβάσεις κατά τη ροή του λόγου της. Για παράδειγμα, αφιερώνει ένα κεφάλαιο για  να παρουσιάσει μια έννοια ή για να περιγράψει ένα αντικείμενο ανακαλώντας ένα αρκετά κλασικό λογοτεχνικό τέχνασμα, αυτό της προσωποποίησης των αντικειμένων. Θυμίζοντάς μας την ποίηση του Francis Ponge (σύγχρονος Γάλλος ποιητής, που έδινε ψυχή στα αντικείμενα, γιατί πίστευε πως αυτά υπάρχουν από τη στιγμή που τα ονομάζουμε) ή τον Γιάννη Ρίτσο στους μονόλογους της "Τέταρτης Διάστασης" (όπου δίνεται σημασία στη λεπτομέρεια και σκιαγραφούνται μοναδικά οι συμβολισμοί των αντικειμένων), η συγγραφέας δίνει υπόσταση σε καθημερινά αντικείμενα, ρούχα, αξεσουάρ, που δέχονται τη φθορά του χρόνου όπως οι άνθρωποι "(...) το καπέλο του μονάχα, ένα παλιομοδίτικο χειμωνιάτικο καβουράκι, που η πληγωμένη του φόδρα τυλίγει τα σκόρπια κέρματα και το οποίο, παρ' όλα αυτά, μοιάζει σαν φτερό ελαφρύ, που επιπλέει στην επιφάνεια από τις βαθιές σαρακοφαγωμένες τρύπες, πού'χει ο χρόνος ανοίξει στα καδρόνια της γέφυρας" (Τό στοίχημα). Σε άλλα σημεία η Ζαχαροπούλου καταφέρνει μέσα από λεπτομερέστατη περιγραφή να διατηρεί την περιέργεια του αναγνώστη, να διεγείρει τη φαντασία του και να δημιουργεί εντυπώσεις γύρω από μια ιδέα ή ένα πράγμα, χωρίς όμως να το προδίδει ή να το αποκαλύπτει. Έτσι, κρατά μέχρι το τέλος του διηγήματος αμείωτο το ενδιαφέρον μας, ενώ προάγει τα πράγματα/χαρακτήρες της μέσω δομικών αλληλουχιών όπως η ύπαρξη και η δημιουργία, ο λόγος ύπαρξης και η μορφοποίηση, η υπόσταση των πραγμάτων και η επαφή της ίδιας με τον μικρόκοσμο αυτό. Προβάλλει δηλαδή τη θέση της στο πολυδιάστατο πεδίο των αντικειμένων. Επίσης σημαντικό χαρακτηριστικό των διηγημάτων της είναι η έκφρασή τους σε ποιητικό τόνο και η έκβασή τους σε μη οριοθετημένο τέλος, πράγμα που οδηγεί τον αναγνώστη στη δική του ονειροπόληση, αφήνοντάς τον να κρατήσει τις προσωπικές του ερμηνείες και να φανταστεί την "κάθαρση" που ταιριάζει στην ευκαιριακή ψυχοσύνθεσή του. Πολλές φορές δημιουργείται ατμόσφαιρα μυστηριακή που μας μεταφέρει στη σφαίρα του φανταστικού. Οι ιστορίες δεν έχουν συγκεκριμένο τέλος και κάθε φορά αφήνουν ένα απροσδιόριστο έντονο συναίσθημα. Πέρα από τις αισθαντικές λεπτομέρειες που παραπέμπουν στον μικρόκοσμο των συναισθημάτων και των πραγμάτων, ένα αξιοσημείωτο εύρημα της συγγραφέως είναι η επιλογή των ονομάτων των ηρώων της. Δίνονται δηλαδή χιουμοριστικοί συμβολισμοί και οι χαρακτήρες σημασιολογούνται ρεαλιστικά ή μεταφορικά από την ταυτότητα του ονόματός τους. Αναφέρουμε ενδεικτικά έναν ζητιάνο, τον Ρήγα, ένα ειδικό μικροβιολόγο, τον Ψείρα, έναν γεωργό, τόν Γιώργο, τη σαραντάρα Ελπινίκη ή τη Μίς Ελλάς λεγόμενη Τιάρα... Τέλος, μέσα σ' αυτό το φαντασιακό κλίμα που εναλλάσσονται εικόνες μεταφυσικές, διαισθητικές, προαισθήματα, αλληγορίες και ψυχογραφικές πορείες, αναδύεται ένα αίσθημα αισιοδοξίας και μοναχικής πληρότητας που εκφράζεται μέσω μιάς εκλεπτυσμένης λεξιλαγνείας και λειτουργεί πιθανότατα ως φενάκη στην αέναη εξουσία του έρωτα και του θανάτου. Έτσι νιώθουμε ξανά την εσωτερική αναζήτηση που γίνεται τέχνη, καθώς δημιουργεί καταλυτικές παραμέτρους και διεξόδους στην αναγνωστική μοναχική πορεία μας."
  10. Εφημερίδα Το βήμα, 25/07/1999, για το βιβλίο "Όπου ορίζει το φιλί": "Το μοιραίο, η έλξη, η πραγμάτωση..."
  11. Η Αγγελική Σιδηρά, 1999, για τη συλλογή διηγημάτων "Όπου ορίζει το φιλί": "... Η.Ν.Ζ. αντλεί κυρίως τα θέματά της από τους προβληματισμούς και την πραγματικότητα της συγχρονης ζωής. Εξαίρεση αποτελούν τέσσερα διηγήματα: Το φιλί, το Κλειδί Β΄, η εξομολόγηση, και ο Τρόπος του λέγειν, στα δύο από τα οποία  ένα κρεβάτι κι ένας τροχός κάνουν τον εσωτερικό τους αλληγορικό μονόλογο με μεγάλη περιγραφική ικανότητα και λεπτομερειακή παρατήρηση τόσο στην απόδοση της πραγματικότητας όσο και στο συβμολισμό τους. Στα υπόλοιπα η συγγραφέας αναφέρεται στη σύγχρονη τεχνολογία με την κινητή τηλεφωνία και την ηλεκτρονική ζυγαριά, στο νεοπλουτισμό, στην όλο και αυξανόμενη διάδοση των ναρκωτικών και της βίας, στο άγχος και γενικά στην ψυχική μοναξιά, δίνοντάς μας έτσι τη σύγχρονη φυσιογνωμία της ελληνικής αστικής ζωής. Με τη λογική σειρά "Κλειδί Α', Β΄ και κλειδί Γ'" η συγγραφέας καταστρώνει μια στέρεη συνειρμικά δομή. Στο πρώτο διήγημά της το "Κλειδί Α'" μαζί με την ηρωΐδα της που κλείνεται έξω από το διαμέρισμά της ένα κυριακάτικο καλοκαιρινό μεσημέρι, νιώθεις να εγκλείονται στις εξαρτήσεις τους και η ήρωές της: η Καλυψώ στα ναρκωτικά της, ο Άχθος στο άγχος του, ο ζητιάνος στα στοιχήματά του. Με το Κλειδί Β', το ιδανικό δεύτερο κλειδί παρασύρονται και αυτοί σε μιά συνεχή δίνη, στον αέναο κύκλο ζωής-λύτρωσης σαν να λυτρώνονται και όλοι αυτοί με το όποιο τίμημα της καθαρσής τους. Με ανάλαφρο χιούμορ και περιπαικτική διάθεση ανάμικτα μ' ένα λεπτό σαρκασμό στα διηγήματα "Τρίτη και δεκατρείς" και "Οδούς" μας δίνει μια ακόμα εικόνα της αστικής ζωής με τη Φιλαρέτη να πασχίζει μάταια να κατεβάσει λίγο τα κιλά της και την Ελπινίκη που τρέμει τον οδοντογιατρό της (...) Παράλληλα με την αφήγησή της η συγγραφέας βρίσκει την ευκαιρία κάθε τόσο να εκφράσει τους φιλοσοφικούς της στοχασμούς. Στο "στοίχημα" με τη διεισδυτική κι ευαίσθητη ματιά της διαλέγει τον ηλεκτρικό σταθμό του Μοσχάτου για να εγκαταστήσει τον ζητιάνο της, που η φιγούρα του έχει γίνει ένα με το ξύλινο δάπεδο της γέφυρας (...) Ο ζητιάνος της, ο Ρήγας, εγκαταστημένος στη γωνιά του, στο Ρηγάτο του, όπως ευφυώς η συγγραφέας ονομάζει το στέκι του, ψυχολογώντας τους περαστικούς στοιχηματίζει με τον εαυτό του ποιός θα τον ελεήσει για να γεμίσει έτσι τον αδρανή χρόνο του και με την ερευνητική του ιδιοσυγκρασία συμπεραίνει: "δε στοιχηματίζει, φίλε, αυτός που κυνηγάει τη νίκη...., μπά, αυτός όχι! Μονάχα αυτός που περιμένει κάποτε να χάσει. Ακούς; Κι εγώ και τη ζωή μου ακόμη, απ' όταν με ξέχασε η μάνα μου 'δω πίσω... Το χάσιμο είναι κέρδος κι ας μοιάζει αλλοιώτικα... Ο θάνατος κέρδος κι ας τού'χει πει ο Θεός παραμύθια άλλα...". Με αφορμή μια ακίνδυνη, όπως της χαρακτηρίζει η Ν.Ζ. φωτογραφία, ξετυλίγει "Πόντο τον πόντο" στο ομώνυμο διήγημα τη ζωή των πέντε ειδώλων. Ένα διάχυτο αίσθημα μελαγχολίας, ένα υπόστρωμα απελπισίας, μιά διάψευση προσδοκιών, που η ηρωΐδα βρίσκει τη δύναμη να ξεπεράσει αξιολογώντας τη δύναμη των στιγμών που έτσι κι αλλοιώς τις ζήσαμε και μας ανήκουν. Τις στιγμές εκρήξεις, που διαρκούν όσο το κλικ μιας φωτογραφικής μηχανής (...) "Άχθος Αρούρης". Και μόνο ηχητικά σου δημιουργεί την αίσθηση ενός πιεστικού βάρους. Βαθειά και σωστά ψυχογραφεί τον ήρωά της η Ν.Ζ. και πολύ εύστοχα τον βαφτίζει Άχθο. Άχθος γιατί από παιδί κουβαλάει ένα βάρος που τον τραβάει στη γη, εμποδίζοντάς τον όπως ο ίδιος πιστεύει να ψηλώσει. Και τι ειρωνία! Απο το βάρος αυτό ξαλαφρώνει λίγο μόλις πριν αναχωρήσει για το τελευταίο του ταξίδι. Σ' αυτό το διήγημα που ομολογώ μ' έκανε να συμπαθήσω τους νεόπλουτους, διαπίστωσα πόσο η Ν. αγαπάει τους ήρωές της. Αβίαστα εναλλάσσει τον σαρκασμό με την τρυφερότητα, όπως αβίαστα εναλλάσσονται το χιούμορ και η τραγικότητα (...) Η ψυχική μοναξιά του Γιώργου-Γεωργού επικεντρώνεται σε μιά σταγόνα. Τα πρόσωπα, τα γεγονότα τρέχουν γύρω του αφήνοντάς τον αδιάφορο. Ένα μικρό κτήμα το χαμένο του όνειρο που το υποκαθιστά τώρα με τη διαδρομή μιας μικρής σταγόνας που έχει καθίσει στο γερμένο αγριόχορτο (...) Η αγάπη λοιπόν. Μήπως είναι αυτή η αγάπη που μεταβάλλει το τρίτο Κλειδί, το υποτιθέμενο άχρηστο κλειδί - αφού οι διαρρήκτες έχουν εισβάλλει ήδη στο σπίτι της και το έχουν ληστέψει, στο κλειδί που αναζητά απεγνωσμένα για ν' απαλλαγεί από τις εφιαλτικές νηπιακές της μνήμες; Το κλειδί που μ' ένα απρόσμενο θαύμα θ' απασφαλίσει πολλές από τις θύρες της ψυχής της, ανοίγοντας διάπλατα νέους ορίζοντες στη σκέψη της; Που θα τη βοηθήσει να διαπιστώσει την ματαιότητα του όποιου βιασμού της ύλης; Έτσι λυτρωμένη κι ελεύθερη βρίσκει την Άνοιξή της κι επιλέγει τη μοναδική, την έξοχη αρχαία απόδοση του ονόματος για να το κλίνει φωναχτά, δηλώνοντάς μας ηχηρά τη λύτρωσή της: Έαρ - Έαρος"
  12. Ο Νίκος Φωκάς, 21/11/1999, για τη συλλογή διηγημάτων "Όπου ορίζει το φιλί": "... Ασφαλώς διαθέτεις ταλέντο, ίσως μάλιστα περισσότερο από ενός απλώς καλού συγγραφέα... Αυτό που σου λείπει για την ώρα είναι απλότητα και βάθος, βάθος στην απλότητα, πιό σωστά..."
  13. Ο Δημήτρης Αθηνάκης, 20/11/2008, για το μυθιστόρημα «Ἴχνος κραγιόν η νύχτα»:  «Η αρχική σκέψη, διαβάζοντας τις πρώτες σελίδες του μυθιστορήματος της Νατάσας Ζαχαροπούλου, είναι ότι πιθανόν να μπλεχτεί  ο αναγνώστης σ’ έναν κυκεώνα απογοητεύσεων και εξάρσεων ερωτικών, όπως τις έχουμε γνωρίσει κατά καιρούς από διάφορα λογοτεχνικά έργα ανάλογου είδους. Συνεχίζοντας την ανάγνωση, αντιλαμβάνεσαι ότι υπάρχουν έντονα ψήγματα μιας λογοτεχνικής προσπάθειας να ξεφύγει ο γράφων και μαζί του ο αναγνώστης από την πεπατημένη…
    Στο “Ίχνος κραγιόν η νύχτα” προσπαθεί να βρει ένα δρόμο για να ισορροπήσει ανάμεσα στον αφαιρετικό λόγο της ποίησης και στον ευρύ, αλλά απαραίτητα μεστό, λόγο της πεζογραφίας… Οδεύοντας προς το τέλος, η συγγραφέας μοιάζει να προσπαθεί να ταρακουνήσει τον αναγνώστη με το δίπολο: θάνατος-(ανα)γέννηση…
    Το “Ίχνος κραγιόν η νύχτα” είναι ένα μυθιστόρημα που παλεύει με τον ίδιο του τον εαυτό. Εξηγούμαι: Χωρίς να θυσιάζεται πλήρως στο βωμό των πεζογραφικών συμβάσεων, αναδύεται ποιητικά και αφαιρετικά, ακροπατώντας στην ποιητική αφήγηση και σε μια φωνή που αγωνίζεται να βγει απ’ τα σπλάχνα της ηρωίδας και μαζί της συγγραφέως. Αυτό που μένει, και αυτό που έχει τελικά σημασία, είναι η λογοτεχνική μα πάνω απ’ όλα ανθρώπινη ορμή της Νατάσας Ζαχαροπούλου και ένας υποφώσκων θυμός που κατακλύζει το “Ίχνος κραγιόν η νύχτα”. Μια, εν ολίγοις, δημιουργική οργή για ανάσα και φως, ένας αγώνας για όσα μένουν ανεκμετάλλευτα στον άνθρωπο, που δεν είναι τίποτε άλλο, παρά εκείνες οι δυνάμεις του που μένουν άφωτος ή ολιγόφωτες, αφού τελικά ο άνθρωπος είναι συνάνθρωπος και δύσκολα μπορεί να βρει εκείνο το χέρι ή το βλέμμα που θα τον φέρει ένα βήμα εμπρός. Και κάτι ακόμη: οι δογματικές λογοτεχνικές συμβάσεις δημιουργήθηκαν για να τις ξεπερνούμε (όχι όμως να τις προσπερνούμε). Η Νατάσα Ζαχαροπούλου έκανε ένα δειλό, προς ώρας, βήμα προς αυτή την κατεύθυνση με μια εσωτερική αναχαίτιση, ίσως, που της στέρησε το ξετύλιγμα, έτσι φαίνεται, μιας ψυχικής αναζήτησης σε όλο του το εύρος. Ωστόσο, έχω την αίσθηση ότι στη μελλοντική λογοτεχνική της πορεία θα είναι έτοιμη να ρίξει ένα “φάσκελο” παραπάνω σε όσα αισθάνεται ότι αδικούν και μειώνουν ένα γύρω. Εσω- ή εξωλογοτεχνικά (που πάλι λογοτεχνικά θα καταλήξουν – τουλάχιστον στην επεξεργασία τους…)."
  14. Ο Νέστορας Πουλάκος, 21/01/2009 για την ποιητική συλλογή "Ατμός": "... Το βιβλίο σας έχει πολύ υλικό, μερικοί στίχοι είναι αριστουργήματα, άλλοι μέτριοι, όμως ένα τέλειο βιβλίο μπορεί να μην είχε και νόημα, το βιβλίο σας είναι πλούσιο και πολυποίκιλο, αυτό για μένα μετράει..."
  15. Ο Δημήτρης Αθηνάκης, 09/02/2009 για την ποιητική συλλογή "Ατμός": "...Αυτό που μ' αρέσει περισσότερο στον "Ατμό", είναι πως υπάρχει μια τάση εξομολογητική και μια τάση να ξεκαθαρίσεις κάποια πράγματα που έρχονται απ' το βαθύ ή το πιό πρόσφατο παρελθόν. Και μάλιστα μ' έναν τρόπο κατά ριπάς, πράγμα που υποδηλώνει, ενδεχομένως, μια προσπάθεια επαναπροσδιορισμού του παρόντος με μιά διάθεση αμεσότητας. Αυτό από μόνο του, πέρα απ' το αποτέλεσμα, έχει σημασία για την ίδια μας την ψυχή. Ε, κι αυτό είναι πολύ σημαντικό για τη σχέση μας με την ποίηση - πράγμα που δεν μπορεί ν' αποκοπεί απ' την ίδια τη ζωή μας. Κάτι τέτοιο μοιάζει νά 'ναι και ο μπούσουλάς σου στον "Ατμό". Ατμός, λοιπόν, που θέλει να φύγει προς τα πάνω, να σ' αφήσει μ' αυτό που έχει σημασία, τελικά, να κρατήσεις. Ατμός που έχει ανάγκη να πετάξει - κι εσύ μαζί του. Να προσθέσω εδώ και την υπέροχη αισθητική του εξωφύλλου."
  16. Ο Σταύρος Αμπελάς, 07/03/2009 για την ποιητική συλλογή "Ατμός": "... Χάρηκα που επιτέλους ένιωσα αιχμαλωτισμένος από μιά ποιητική συλλογή. Τα μικρά σου ποιήματα με ταξίδεψαν σε χαμένους παραδείσους. Δεν ξέρω αν είσαι τυχερή να τους ζεις πραγματικά ή βρίσκονται μέσα σου. Εμένα μου έφεραν εικόνες από την παιδική μου ηλικία και τα καλοκαίρια μιας χαμένης αγνής φύσης..."
  17. Η Μαρία Μαρκαντωνάτου, 29/06/2009, για το μυθιστόρημα "Η ζωή είναι εδώ": "Στο πρώτο μυθιστόρημα της Νατάσας Ζαχαροπούλου: «Ίχνος κραγιόν η νύχτα» (1996) επισημάναμε αρετές όπως: ικανότητα σύνθεσης, νεύρο και τόλμη, αλλά και μια ευκολία γραφής που συχνά παρασύρει, μυθιστορηματική απόπειρα με τις συνήθεις αδυναμίες πρωτοεμφανιζόμενων συγγραφέων.
    Στο δεύτερο μυθιστόρημά της η Ν.Ζ., με πιο ώριμη ματιά, κάνει μια κατάδυση στο χάος της σύγχρονης μεγαλόπολης ανασύροντα πρόσωπα εγκλωβισμένα ανάμεσα στα θέλω τους και τα θέλω των γονιών τους ή και τις επιταγές της Ανάγκης, παρακολουθεί τον αγώνα και την αγωνία τους για μια έστω μικροαπόδραση, ως την έξοδο προς μια πιο ανθρώπινη εκδοχή, μέσα από το δικό τους , πρωτίστως, εσωτερικό προχώρημα.
    Με όρους που τείνουν σιγά-σιγά να επικρατήσουν στο λεγόμενο « παγκόσμιο χωριό», οι ήρωες της Ν.Ζ. μοιάζουν δέντρα δίχως ρίζα βαθειά, αρπάζονται απ΄ό,τι βρουν, για να μη ξεριζωθούν, όπως είναι Διαδικτυακή δυνατότητα, η δήθεν ισχύς που εξασφαλίζει η μυστική συμμετοχή σε παράνομες πράξεις, η ψευδαίσθηση μιας υπερύπαρξης μέσω κερδοφόρων, για τους επιτήδειους, τελετών, πράγματα που συνιστούν, εν τέλει, έλλειμμα συλλογικής ταυτότητας.
    Κατά τον γνωστό τρόπο, ο αφηγητής- συγγραφέας παρακολουθεί, κατά κεφάλαια, τους πρωταγωνιστές και τη ζωή τους, όπως αυτή εξελίσσεται σε δύο εικοσιτετράωρα, ενώ, με τη μέθοδο του συνειρμού ή της αναδρομής, ο αναγνώστης πληροφορείται σημαντικά γεγονότα που διαμόρφωσαν την προσωπικότητά τους.
    Η γραφή, κοφτή και ασθμαίνουσα- στους ρυθμούς της εποχής μας, αποτυπώνει δραστικά στάσεις και συμπεριφορές, σκέψεις και ψυχικές εντάσεις, σκιτσάρει με μαεστρία, σκιαγραφεί, ζωγραφίζει. Κάποτε χαλαρώνει κάπως, ρεμβάζει ή και επιδίδεται σε ποιητική απεικόνιση της πραγματικότητας, πράγμα που απογειώνει και ξεκουράζει.
    Στον ζοφερό κόσμο του μυθιστορήματος, αντί για την επιδίωξη της προσωπικής ευτυχίας, μέσα από ένα στέρεο σύστημα αξιών, κυριαρχούν το κυνήγι της καριέρας και του ευδαιμονισμού, αντί για τον έρωτα ως σχέση ουσίας και πληρότητας, το σεξ και η λαγνεία, αντί για την αληθινή ανθρώπινη επαφή, η απρόσωπη συνεργασία που συχνά εκφυλλίζεται σε βάρβαρη μηχανιστική διαδικασία, καταστάσεις σαθρωτικές, ιδίως για τους νέους, που κυριολεκτικά πλαντάζουν για ομορφιά και αρμονία, αίσθηση δημιουργική και επικοινωνία.
    Η Ν.Ζ., άνθρωπος της γενιάς των ηρώων της, γνωρίζει καλά τα μορφώματα αυτά του καιρού μας και, αν το μυθιστόρημά της έχει μια θέση στη λογοτεχνία, είναι ακριβώς αυτή: Ρίχνει φως σε σκοτεινούς λαβυρίνθους, εκθέτοντας με ρεαλισμό αλλά και ποίηση το έρεβος της ύπαρξής μας, όταν χάνει τον βηματισμό της, και παραπαίει επώδυνα.
    Σ’ ένα τέτοιο ανθρώπινο τοπίο, το τρυφερό κομμάτι της ζωής εξεγείρεται διεκδικώντας τον ζωτικό του χώρο. Θα τον βρεί; Αυτό θα εξαρτηθεί από το βαθμό συνειδητότητας και τις ηθικές αντιστάσεις του καθενός.
    Η συγγραφέας φαίνεται να πιστεύει πως, μ’ όλη τη στρέβλωση και την κακοποίησή της, η ζωή είν’ εδώ." (Δημοσιεύεται στο περιοδικό Ομπρέλα, τεύχος 86, Σεπτέμβριος-Νοέμβριος 2009)
  18. Ο Θοδωρής Βοριάς, 03/10/2009 για το βιβλίο "Η ζωή είναι εδώ":Έπιασες κάποιους τύπους της ελληνικής κοινωνίας κι έχτισες μια ιστορία που αντικατοπτρίζει τα σύγχρονα αστικά αδιέξοδα που βιώνουμε.Οι ερωτικές σκηνές υπήρξαν τα καθοριστικά σημεία της ιστορίας, ιδιαίτερα οι στιγμές στο ξενοδοχείο που προέκυψαν από τη διαδικτυακή γνωριμία δυο αγνώστων… Κατάφερες να πιάσεις την κίνηση, την ατμόσφαιρα, τους παλμούς της καρδιάς τους, την άπληστη περιέργεια του αναγνώστη και να τα δέσεις όλα αυτά σε κείμενο. Θα έλεγα πως ο αναγνώστης από το σημείο εκείνο και ύστερα δικαιούται να ταυτίζει την Bianca με την συγγραφέα του έργου, έτσι κι αλλιώς είναι δικαίωμά του.Οι διαδικτυακοί διάλογοι στο κείμενο σίγουρα θα θυμίζουν σε πολλούς κάπως παλαιότερους την πρώτη επαφή με το διαδίκτυο, τις πρώτες διαδικτυακές γνωριμίες μιας και τότε δεν ήταν ακόμα τόσο διαδεδομένο και υπήρχε κάτι το μυστηριώδες πίσω από την ανωνυμία γιατί ποιος διέθετε τότε κάμερα κλπ.Το σημείο της μεγάλης αγωνίας του Nero υπήρξε η φυσική αρχή του επιλόγου, κι εκεί έπιασες την αγωνία του και αυτή του αναγνώστη, έπιασες ακόμη το βαρύ νυχτερινό τοπίο, καθήλωσες την προσοχή μας σε μικροήχους και μικροκινήσεις κάτι που το παθαίνουμε συχνά όταν έχουμε πυρετό. Οι εμμονές του Nero στο σημείο εκείνο προκαλούν στον αναγνώστη παράξενα συναισθήματα. Η κατάσταση του Nero ξεθάβει παλιές ενοχές κι αγωνίες των αναγνωστών -βρίσκει εύκολα κανείς τέτοιες ενοχές- που ενισχύουν τη φόρτισή τους και τους κάνει να ταυτίζονται μαζί του.Το τέλος δεν το συζητώ, ίσως έτσι έπρεπε να κλείσει, ίσως αλλιώς, δεν έχω άποψη."
  19. Ο Νίκος Μπίνος στο "Βακχικόν", τεύχος 7, Σεπτέμβριος-Νοέμβριος 2009, για το βιβλίο "Η ζωή είναι εδώ": ""Οι παγωμένες ανθρώπινες σχέσεις αποτελούν το πιό πρόσφορο έδαφος για να γεννηθεί ένας νέος φασισμός" Με το παραπάνω απόφθεγμα του αυστριακού σκηνοθέτη Μίκαελ Χάνεκε μας υποδέχεται στο τελευταίο της βιβλίο η συγγραφέας Νατάσα Ζαχαροπούλου με τίτλο "Η ζωή είναι εδώ". Πρόκειται για ένα σύγχρονο μυθιστόρημα αποτελούμενο από δυνατούς χαρακτήρες. Παράλληλα δίνεται η δυνατότητα στον αναγνώστη να αναγνωρίσει όχι μόνο στοιχεία του εαυτού του μέσα από τους ήρωες, αλλά ακόμα και ανθρώπους που κινούνται στο ευρύτερο περιβάλλον του. Και σίγουρα πρόκειται για βιβλίο που θα κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον χωρίς να γίνεται κουραστικό σε κανένα του σημείο. Το "Η ζωή είναι εδώ" παρακολουθεί για δύο 24ωρα τις καθημερινές στιγμές έξι διαφορετικών χαρακτήρων, που όμως αφορούν μόλις τρεις ανθρώπους! Οι ήρωες ισορροπούν μεταξύ δύο διαφορετικών κόσμων προσπαθώντας να απαγκιστρωθούν από καταστάσεις που τους "αιχμαλωτίζουν", επιδιώκοντας να πραγματοποιήσουν τις κρυφές επιθυμίες τους αλλά και τα όνειρά τους, αφού πρώτα καταφέρουν να βρουν τους εαυτούς τους. Στους ταχύτατους ρυθμούς της μεγαλούπολης, όπου κινούνται σαν πιόνια σε μιά άλλη σκακιέρα οι τρεις ήρωες της ιστορίας πραγματοποιώντας μάλιστα κινήσεις που δεν αποτελούν καθ' αυτό επιλογές τους, παρασύρονται άνθρωποι  και αξίες με το χάος μιας σύγχρονης πόλης να υψώνει τα τείχη της. Έτσι, αντικρίζουμε πίσω από αυτούς, πρόσωπα εγκλωβισμένα στα θέλω της. Φιγούρες από ένα θέατρο σκιών που αναζητούν απόδραση από τα δεσμά μιας "παγκόσμιας" φυλακής, με γνωριμίες μέσω διαδικτύου αλλά και όργια κατανάλωσης αφού "όταν καταναλώνω τότε υπάρχω". Πόσο διαφορετικός θα ήταν ο κόσμος μας αν μπορούσε να γίνει κατανοητό ότι οι πιο ευτυχισμένοι άνθρωποι δεν είναι αυτοί που έχουν τα καλύτερα πράγματα. Αλλά είναι εκείνοι που φτιάχνουν το καλύτερο με αυτά που ήδη έχουν! Μια τέτοια μάχη δίνουμε καθημερινά όλοι μας είτε σε προσωπικό είτε σε επαγγελματικό επίπεδο. Έτσι και οι πρωταγωνιστές του αφηγήματος-μυθιστορήματος, έχουν τοποθετήσει στο κέντρο του στόχου τους το κυνήγι της καριέρας και με τα βελάκια που έχουν στη φαρέτρα τους προσδοκούν να τον κατακτήσουν παραμερίζοντας εντελώς την προσωπική τους ευτυχία. Αναζητούν λίγες στιγμές λαγνείας και σεξ μέσα από τον κυβερνοχώρο φοβούμενοι να γνωρίσουν νέους αληθινούς κόσμους, να τους εξερευνήσουν, να τους φλερτάρουν, να τους ερωτευθούν, να τους αγαπήσουν ή ακόμα και να προσπαθήσουν να πετύχουν κάτι από όλα αυτά, αν όχι όλα. Κυριαρχεί στις σκέψεις τους, πώς θα εκμεταλλευτούν το κάθε τι που θα βρεθεί στην πορεία τους, προκειμένου να πετύχουν το "ταξίδι" που έχουν χαρτογραφήσει. Παράλληλα ποντάρουν σε μια απρόσωπη όσο και ψεύτικη συνεργασία έχοντας παραμερίσει την αληθινή ανθρώπινη επαφή. Γι' αυτό, λοιπόν, η "Ζωή"είναι... "εδώ". Μακριά από φόβους, παγωμένες σχέσεις, περιορισμούς και όρους, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν πρέπει να λειτουργούμε ηθικά και με συνείδηση."
  20. Η Πέλλη Ζωγοπούλου στα "Τοπικά Νέα Νέου Ψυχικού" (έτος 11ο, αριθμ.φύλλου 378, 29/1/2010), για το βιβλίο "Η ζωή είναι εδώ": "Η γραφή της κυριολεκτικά συναρπάζει και ξαφνιάζει συνάμα... Αδρός λόγος, στιβαρό γράψιμο, καθαρά σκιαγραφημένοι χαρακτήρες πρωταγωνιστούν στο "Η ζωή είναι εδώ". Ζωντάνια, δυναμική, σασπένς, αγωνία, ερωτισμός δένουν με απροσδόκητο ρεαλισμό και η πένα της Νατάσας σε αναγκάζει να συνεχίσεις το 48ωρο ταξίδι στον κόσμο των ηρώων της που θα μπορούσαν απλά να είναι οι άνθρωποι... δυό πόρτες πιο κει, οι φίλοι μας ίσως και πιθανόν εμείς. Με ξενύχτησε να το διαβάσω, με αιχμαλώτισε κυριολεκτικά και τι παράξενο; Δεν χρειάστηκε το απαραίτητο "κακό τέλος" των μεταμοντέρνων μεγάλων Ελλήνων συγγραφέων... απεναντίας με happy end το βιβλίο της Νατάσας Ζαχαροπούλου προηγείται παρασάγγας των πολυδιαφημισμένης σύγχρονης Ελληνικής Λογοτεχνίας".
  21. Ο Νίκος Μπίνος, στο "Βακχικόν", τεύχος 9, Μάρτιος-Ιούνιος 2010 γιά το βιβλίο "Ρέϊκι, η Ατραπός της Καρδιάς": Η Νατάσα Ζαχαροπούλου για ακόμη μια φορά μας εκπλήσσει ευχάριστα. Μετά το μυθιστόρημά της "Η ζωή είναι εδώ", που παρουσιάστηκε απ' την ομάδα του Βακχικόν το φθινόπωρο του '09 (βλ.τεύχος Νο7), κάνει την επανεμφάνισή της μ' ένα ακόμη βιβλίο της. Αυτή τη φορά με κάτι εντελώς διαφορετικό. Πρόκειται για ένα βιβλίο, μέσω του οποίου επιδιώκει να μας μυήσει σ' ένα σύστημα φυσικής θεραπείας, πατέρας του οποίου θεωρείται ο Ιάπωνας Μικάο Ουσούι. Το σύστημα αυτό ακούει στο όνομα Ρέϊκι, η εμφάνιση του οποίου χρονολογείται στις αρχές του 20ού αιώνα. Ουσιαστικά πρόκειται για ένα εγχειρίδιο. Μπαίνοντας κάποιος στην ευχάριστη διαδικασία να το ερευνήσει, θα γίνει αμέσως εύκολα αντιληπτό ότι η κ. Ζαχαροπούλου κάνει μια αξιέπαινη προσπάθεια να μας μεταλαμπαδεύσει τις γνώσεις της, άλλωστε είναι η ίδια Reiki Teacher. Οι πρώτες του σελίδες καλύπτουν τον ορισμό, την έννοια και την ιστορία του Ρέϊκι. Συνεχίζοντας, εντρυφούμε όλο και περισσότερο σε άγνωστες πτυχές του αλλά και συστήματα που μας βοηθούν να έχουμε ευεργετικά αποτελέσματα βελτιώνοντας την καθημερινή μας ζωή. Γίνεται μια εμπεριστατωμένη αναφορά για το πώς μπορούμε με τη βοήθεια του Ρέϊκι να προσφέρουμε στους εαυτούς μας σωματική ευεξία, βελτίωση της υγείας μας, αισιοδοξία στη ζωή μας κ.ά. Επιγραμματικά ν' αναφέρουμε ότι η συγκεκριμένη μέθοδος είναι μια φυσική ενεργειακή τεχνική που χρησιμοποιεί το άγγιγμα των χεριών για να μεταβιβάσει τη συμπαντική αυτή πνευματική ενέργεια. Εκατομμύρια άνθρωποι χρησιμοποιούν το Ρέϊκι μιας και μαθαίνεται εύκολα και γρήγορα απ' τον οποιονδήποτε. Ολοκληρώνοντας θα πρέπει να επισημάνουμε ότι όσα βιβλία ή απόψεις και αν διαβάσουμε ένα είναι σίγουρο:Ότι το Ρέϊκι δεν μαθαίνεται από κανένα έντυπο μέσο παρά μόνο με προσωπική συμμετοχή και μύηση στην Ιαπωνική μέθοδο ενεργειακής θεραπείας (φυσικά για όποιον τη χρειάζεται).
  22. Η Ασημίνα Ξηρογιάννη στο Blog Varelaki, 04/06/2010, για την ποιητική συλλογή "Ατμός": Τρυφερό, προσιτό, λιτό. Ποιητική ανάταση, ευφορία. Οι λέξεις με πάνε, με φέρνουν, είμαι ανάλαφρη, πετώ. Μακριά από φλυαρίες, περιττολογίες, ακαθαρσίες... είμαι ασφαλής. Έρχεται και με ανακουφίζει. Με βυθίζει στη στιγμή και -συνάμα- με πάει πέρα. Είναι λίγο, μα δεν τελειώνει. Καλπάζει σαν άνεμος. Εξατμίζεται. Ατμός. Το διαβάζω. Ξανά. Και ξανά. Ολάκερο. Ξαναστέκομαι στις ομορφιές: "Με μιαν ανάσα/ενώνομαι/χωρίζω". "Θραύσμα κήπου/άκρη ουρανού/Ακροβατώ." "Ανέβαινε η νύχτα/ο έρωτας σκόνταψε/Έσταξε κίτρο" "Τσιλιμπουρδίζει/ο άνεμος στις ελιές-/σέρνει τραγούδια" "Στάσιμο/Νεύμα/Κρατς." "Ατμός/το καλημέρισμα της μάνας μου/Ντύνομαι/Πάω σχολείο/Πάω ζωή" Κι όχι μόνο. Όλο. Όλο Ένα. Όλο ρέει. Όλο αλήθεια. Όλο αίσθηση. Όλο ενέργεια. Αυτό.
  23. Η Τίνα Μανδηλαρά στο BigFish/Πρώτο Θέμα, 07/11/2010, για το μυθιστόρημα "Η ζωή είναι εδώ": Ένα μυθιστόρημα πόλης με ήρωες ένα τραπεζικό στέλεχος, έναν αστυνομικό, μια ιδιοκτήτρια μικρού ξενοδοχείου, έναν τρομοκράτη, μια νέα γυναίκα που κάνει τσάτ. Πώς συνδέονται όλοι αυτοί; Μα με τα μυστικά της ζωής".
  24. Η Νατάσα Κεσμέτη για την ποιητική συλλογή "Ατμός", 29/11/2010, με τον τίτλο: "Η διπλή λειτουργία της εικόνας στον  "Ατμό" της Ν.Ζ.": Μιλώντας για "διπλή λειτουργία" εννοώ πως η εικόνα άλλοτε λειτουργεί ως μέσο σύλληψης της στιγμής, κάτι που συμβαίνει στο πλείστον των ποιημάτων, και άλλοτε ως απόπειρα εξόδου από το συνεχές του χρόνου. Το ερώτημα που τίθεται αφορά στο σκοπό αυτού του διπλού τρόπου χρήσης της εικόνας. Αν, δηλαδή, δεν εξυπηρετεί αποκλειστικά περιγραφικές/αναπαραστατικές ανάγκες, τότε σε τι στοχεύει; Νομίζω πως η βαθύτερη πρόθεση είναι αυτοπροσδιοριστική ή κάποτε αυτογνωστική. Παρ' όλο που το "εγώ" στα περισσότερα μικρά ποιήματα δεν προβάλλεται ρητά, εντούτοις δηλώνεται παρόν μέσω μιας αναπαράστασης που ζητά όχι τόσο να περιγράψει όσο να φανερώσει την εν-γραφή μιας εξωτερικής εικόνας στη συνείδηση του γράφοντος που έτσι καθίσταται ενεργητική και δρώσα. Το εκάστοτε τοπίο, με άλλα λόγια, ούτε προκαλεί ούτε προκαλείται από νατουραλιστικό ενδιαφέρον, ούτε πάλι συμβολίζει μια ψυχική κατάσταση. Αποτελεί μάλλον το λεπτό περίγραμμα μέσα στο οποίο, δια της εικόνας, η ύπαρξη προβαίνει σε μιαν ακαριαία εμφάνεια. Από την άποψη αυτή μπορεί επίσης να ειπωθεί πως κάθε εικόνα καθεαυτή δεν είναι άηχη, πολύ λιγότερο "βουβή". Πέραν των φθόγγων της, αντηχεί μια υπόρρητη επιβεβαίωση, ένα "είμαι εδώ τώρα" ή ακόμη: "εγώ υπάρχω τώρα εδώ". Αλλά επίσης και το: "εγώ είμαι που φεύγω από εδώ τώρα!" μπορεί να αποτελεί την άλλη όψη της ίδιας υπαρκτικής πρότασης. Τα παραπάνω δεν πρέπει να μας κάνουν να σκεφτούμε κρυμμένους φιλοσοφικούς στοχασμούς. Καθόλου. Αλλά μάλλον την ώθηση προς έκφραση ενός ισχυρού αιτήματος πλήρους υπάρξεως. Η πλήρης ύπαρξη δεν αφορά ούτε στην επιβίωση μόνο, ούτε στη συναίσθηση της ζωής μόνο. Δεν σχετίζεται με το επί μέρους, αν και μοιάζει να επικεντρώνεται σ' αυτό. Σχετίζεται με το όλον, με την πληρότητα ακόμη και επ' αφορμή του ελαχίστου. Άλλοις λόγοις το διαφεύγον, ο "ατμός" αποτελεί την αξία ή την ποιότητα που μεταρρέπει το φαινόμενο σε πραγματικότητα, την αδράνεια σε κίνηση, τη στατική εικόνα σε εμψυχωμένο δηλαδή ζωντανεμένο τοπίο, την ελάχιστη στιγμή στο α ί φ ν η ς μιας εξόδου από την κλειστότητα στην προοπτική και το εύρος. Σε άλλους καιρούς δεν θα φοβόμασταν, δηλαδή δεν θα ήμασταν τόσο δύσπιστοι και επιφυλακτικοί στο να χρησιμοποιήσουμε λέξεις σχετικές με την επιθυμία του αιωνίου. Μέσα σ' αυτό το πλαίσιο ανάγνωσης κάποιες επί μέρους παρατηρήσεις: 1) Το πιό εύστοχο από τα μικρά ποιήματα είναι το:Χρυσή το χάραμα έρχεται/Χρυσόμυγες χορεύουν/Αποχωρεί χρυσή. Όχι μόνον εξ αιτίας των αλλεπάλληλων παρηχήσεων αλλά και γιατί συλλαμβάνει μιαν εξαιρετικά ρευστή στιγμή. Ταυτοχρόνως αφήνει χώρο για να προσθέσει ο αναγνώστης ό,τι παρακινηθεί από τη δική του φαντασία ή εν γένει ικανότητα συμμετοχής του. Η δική μου πρώτη σκέψη αφορούσε την αυγή, στο πρώτο γλυχοκάραμα (την "κροκάτη γάζα" του Βάρναλη που έρχεται και αποχωρεί "χωρίς να μπει στην καρδιά μας"). Εν τούτοις ο παρατηρητής δηλαδή ο ποιητής είναι εκεί και βλέπει. 2) Στις σελ. 16 (Σταλιά σταλιά στην πέτρα/η μέρα μου κυλά/εξατμίζεται), 55 (Στιγμή/τη στιγμή/κύμα σπάει), και 80 (Σκόνη τη σκόνη/κι η πέτρα/γεννάει βουνά) εμφανίζεται ένα παρόμοιο σχήμα: "σταλιά-σταλιά", "στιγμή τη στιγμή", "σκόνη τη σκόνη". Ίσως εδώ κρύβεται ένα μοτίβο της ποιήτριας. Μπορεί να έχει να κάνει με τη διαδοχή εν γένει, μπορεί να είναι σχετικό με την αντίληψή της του χρόνου. Έτσι κι αλλιώς όλα έχουν να κάνουν με μια πρόθεση να "αρπάξουν" το ακαριαίο. Πιό αποκαλυπτικό περί των παραπάνω είναι το της σελ. 62: Ίσως και νά 'ναι/η έσχατή μου εικόνα/Γίνομαι στιγμή της. Είναι και το πιό σύνθετο ποίημα, γιατί θέτει ένα θέμα στοχασμού: τη σχέση Εικόνας και Χρόνου αφ' ενός και τη στάση της Βούλησης αφ' ετέρου. Χωρίς τη Βούληση και μάλιστα την ενεργητική δεν μπορεί κανείς να "γ ί ν ε ι στιγμή μιας, ενδεχομένως, τελευταίας εικόνας". Με αυτά που έγραψα;δεν το εξάντλησα. Υπογράμμισα όμως ότι εδώ η ποιήτρια δεν λειτουργεί αποκλειστικά ως δραστήριος παρατηρητής. Στη σελ. 64 (Έφηβη μέρα/παρατηρώ/λιμνάζοντας) τούτο δηλώνεται άλλωστε. Αλλά στοχάζεται κιόλας προσπαθώντας να ερμηνεσύσει και ίσως να ερμηνευτεί επίσης. 3) Το επόμενο καλό ποίημα είναι αυτό της σελ. 70: Άπνοια/Κουπί μετέωρο/στην ομίχλη. Γιατί εδώ δεν δίδεται μόνο η στιγμή με μια πινελιά, όσο διαρκεί το μετέωρο του κουπιού, αλλά και η μεγάλη μοναχικότητα. Είναι και εξ αιτίας του θέματος το πιό κοντινό προς τα ιαπωνικά ή κινέζικα ανάλογα. Προφανώς η Ζεν έχει απασχολήσει τη Ν.Ζ. ή πάντως της έχει προξενήσει ισχυρή εντύπωση. Το της σελ. 74 (Σκαριά τρύπες/τ' αντικρινά/νησιά στην πάχνη) είναι μια παραλλαγή. 4) Υπάρχουν δυο ρήματα αδόκημα: "πελαγεύει" (σελ. 18) και ακόμα περισσότερο το "ρυτιδεύει" (σελ.24). 5) Η σχισμή, η χαραμάδα, το θραύσμα, η άκρη, (π.χ. το της σελ. 19: Θραύσμα κήπου/άκρη ουρανού/Ακροβατώ και της σελ. 37: Μια χαραμάδα/στον ορίζοντα/αρπάζει τη βολή μου), δεν δείχνουν μόνο μετεωρισμό ή αίσθηση εκκρεμότητας, αλλά και τη σημασία της εξόδου. Άλλωστε και στη σελ. 11 δηλώνεται: Από μια σχισμή/δρασκελάω/στον ορίζοντα. Θυμήθηκα το εκ του Σαρτρ, αν δεν κάνω λάθος, πως ο άνθρωπος εξίσταται είτε προς το κενό είτε προς τον έρωτα. Αλλά ήδη η έκ-σταση είναι κίνηση προς. Τα περισσότερα από αυτά τα μικρά περιέχουν μια κίνηση προς... 6) Το πιό της καρδιά, κατ' εμέ πάντα, είναι το της σελ. 25: Χάντρες τις άκρες/του νερού ο άνεμος/σκορπά-τα δάκρυά μου. 7) Δεν μορώ να δεχτώ το "σύμπα" στη σελ. 54. Είναι κακόηχο. Διαβάζω "σύμπαντα". (Αν επρόκειτο για ονομαστική δεν θα υπήρχε θέμα "ο κόσμος σύμπας"). 8) Κάπου κάπου εμφανιζονται οι "πέτρες": Σπασμένες πέτρες φιλάει/το κύμα κι ολόκληρες/Όπως γλείφω τις πληγές μου. Είναι οι πέτρες ισοδύναμες με πληγές; Αυτή είναι μια από περισσότερες ερωτήσεις που θα μπορούσε κανείς να θέσει. 9) Κάποτε ίσως η Ν.Ζ. πέρασε μια εποχή αγάπης στον Ελύτη κι η ποίησή του (στηριγμένη κατά ένα μεγάλο μέρος στη δύναμη των οφθαλμών να αποτυπώνουν τη φύση καθρεφτίζοντάς την θριαμβευτικά αναγεννημένη), άφησε τα ίχνη της: Χαρταετοί ολοτρόγυρα/Ο σγουρός σιρόκος/στους κηπώνες. Στη σελ. 44: Κύμα στη στέρνα./Μέλισσες και σπουργίτια/ξεδιψούν. Στη σελ. 47: Νέφη-πιρόγες/Θάλασσα όρθια/Ουρανός-κάλμα, και άλλα. Ωστόσο η Ν.Ζ. εμφανίζεται να έχει ιδιαίτερα ασκημένο το αυτί της και στα ελάχιστα θροΐσματα: Στο μονοπάτι θρός/Σερνάμενος ο ανθός... Τι απομένει στον αναγνώστη κλείνοντας τη συλλογή; Μια ή πολλές αχνές εντυπώσεις; Μου φαίνεται πως για τον μη βιαστικό αναγνώστη αυτό που μένει είναι η αγάπη και η άσκηση στη λιτότητα. Απέναντι στην ακατάσχετη φλυαρία και στον πληθωρισμό των λέξεων η Ν.Ζ. αντιτάσσει την αξία του αναγκαίου. Φοβόμαστε πολύ τον όρο "λιτότητα". Έχουμε ξεχάσει πως δεν αποτελεί συνώνυμο της φτώχειας αλλά του απέριττου, του λείου, του απλού, του ολιγοδάπανου. Κι ακόμα πως σχετίζεται με την ικεσία και τη θυσία, αφού "λιτή" (από το ρήμα "λίτομαι") σημαίνει προσευχή. Πράγματι εδώ θυσιάζεται η πολυλογία, η υπεραφθονία, η βουλιμία του οφθαλμού αλλά και των άλλων αισθήσεων. Αφήνεται, εντοπίζεται ή δημιουργείται απλωσιά για να έχουν θέση όχι μόνο τα παρόντα αλλά και τα κληρονομημένα: Νέφος λευκό/Φτερό του απείρου/Κειμήλιο πατρικό.
  25. Η Ελένη Λαδιά για το μυθιστόρημα "Πρόσωπα στό νερό", 9/6/2013: ... αυτό που χαρακτηρίζει το μυθιστόρημά σου είναι η ωραία αφηγηματική ευχέρεια και η πλοκή του μύθου...
  26. Η Μίνα Ξηρογιάννη για το μυθιστόρημα "Πρόσωπα στο νερό", 2/10/2013:Έχετε, άραγε, ποτέ αναρωτηθεί πόσες φορές βυθιστήκατε στα άδυτα του εαυτού σας και κάνατε γνήσιες ενδοσκοπήσεις; Κάποιοι συνηθίζουν να αποφεύγουν τις ενδοσκοπήσεις, ακριβώς όπως ο διάολος αποφεύγει το λιβάνι. Άλλοι δεν αντέχουν καθόλου μπροστά σε μια ενδεχόμενη αποκάλυψη της αλήθειας γύρω από τον εαυτό τους και προτιμούν να εθελοτυφλούν και να αποσιωπούν το ζήτημα, ίσως και για πάντα. Άλλοι πάλι –εφόσον το αντέχει και η τσέπη τους– ζητούν τη βοήθεια του ειδικού ψυχολόγου ,ψυχιάτρου ή ψυχαναλυτή νομίζοντας ότι αυτός είναι ο πιο εύκολος και κομψός συνάμα τρόπος να μοιραστούν τη δυστυχία που θα επιφέρει η επαφή με την αλήθεια.

    O ήρωας του μυθιστορήματος της Νατάσας Ζαχαροπούλου έρχεται σε επαφή με την προσωπική του αλήθεια, καθώς και με τα άδυτα του βαθύτερου εαυτού του, με έναν ιδιαίτερο και ανορθόδοξο τρόπο, μέσα από τη γνωριμία του αφενός με έναν λύκο και, αφετέρου, με έναν παράξενο άντρα απροσδιορίστου ηλικίας. Η αρχή έγινε με δύο όνειρα που στιγμάτισαν τη σκέψη και την ψυχολογία του λόγω της σφοδρότητάς τους. Το πρώτο όνειρο του έδωσε την αίσθηση ότι είχε ονειρευτεί τον θάνατό του και τον παρέλυσε ολόκληρο! Το δεύτερο όνειρο ήταν εξίσου, ίσως και περισσότερο, έντονο, τον έβαλε στη διαδικασία να προσπαθήσει να αποκωδικοποιήσει τι ακριβώς του είχε συμβεί. Και ένιωσε έναν ακαθόριστο και αλλόκοτο φόβο να τον τραντάζει ολόκληρο! Σκέφτηκε ότι έπρεπε επιτέλους να ασχοληθεί με ό,τι απέφευγε συστηματικά, με την ουσία της ύπαρξής του και με το νόημα της ζωής του, αλλά και γενικότερα της ζωής. Στα νιάτα του είχε υπάρξει ενεργό μέλος του φοιτητικού κινήματος και είχε έντονη πολιτική δράση, είχε μια πίστη και αγωνιζόταν γι' αυτή. Αλλά αυτή η εποχή είχε περάσει ανεπιστρεπτί. Έπειτα η ζωή του είχε αλλάξει προς το χειρότερο, από την άποψη ότι τίποτα και κανένας δεν μπορούσε να του καλύψει το αβάσταχτο κενό που σιγά σιγά είχε μέσα του δημιουργηθεί και τον βάραινε. Ούτε τα χρήματα, ούτε οι γυναίκες, ούτε η διασκέδαση, ούτε η καριέρα μπορούσαν να του χαρίσουν την αληθινή ευτυχία. Η ζωή του δεν είχε πια καμία ποιότητα και καμία μαγεία.Η Νατάσα Ζαχαροπούλου αριστοτεχνικά σχεδόν στήνει έναν άρτιο κεντρικό χαρακτήρα, ο οποίος έχει μια διαχρονική υφή. Η σκέψη και η δράση του αφορά κάθε άνθρωπο του σήμερα και του χθες και του αύριο που έχει να παλέψει με όλα τα τέρατα που τον απειλούν. Είναι ο άνθρωπος που έρχεται αντιμέτωπος με την ίδια του την ύπαρξη, γιατί αυτό είναι πλέον θέμα επιβίωσής του. Ναι, η αυτογνωσία είναι ζήτημα επιβίωσης. Στην ουσία πάντα ήταν. Και πρώτοι είχαν θέσει το θέμα οι αρχαίοι μας πρόγονοι, όπως έβαλαν τη βάση και για καθετί αναφορικά με την τέχνη και την επιστήμη, άλλωστε. Θυμόμαστε λοιπόν το δελφικό ρητό, κατά το οποίο: «Αν ο Άνθρωπος γνωρίσει τον εαυτό του, θα γνωρίσει το Σύμπαν και τους Θεούς». Θυμόμαστε και τον Πλάτωνα, που είπε ότι η αληθινή γνώση στηρίζεται στην αυτογνωσία, αλλά και τον Αισχύλο, που συμβούλευε: «Γίγνωσκε σαυτόν» (Γνώριζε τον εαυτό σου). Είναι όμως εξαιρετικά δύσκολα να γνωρίσει κανείς αληθινά τον εαυτό του και έχει δίκαιο και ο Θαλής με τη σειρά του. Και είναι δύσκολο, επειδή απαιτείται απόλυτη και ολοκληρωτική ειλικρίνεια, ντομπροσύνη και ψυχικό σθένος! Εντέλει, είμαστε θνητοί. Πόση αλήθεια μπορούμε να αντέξουμε; Θνητός είναι και ο ήρωας της Ζαχαροπούλου, αλλά με γνώμονα τη λογική και επειδή του δόθηκαν τα κατάλληλα σήματα, τα οποία σοφά δεν αγνόησε, πήρε την απόφαση να προχωρήσει αναζητώντας το Φως. Γιατί η Αυτογνωσία συνεπάγεται διαύγεια, καθαρότητα, αλήθεια. Η Αυτογνωσία είναι Φως. O ήρωας της Ζαχαροπούλου δοκιμάζεται. Μαζί του δοκιμάζεται και η Μάργκοτ, η κοπέλα του. Αλλά με άλλον τρόπο. Είναι και δυο τους χαμένοι. Είναι κι οι δυο τους παράξενοι. Είναι διαφορετικοί. Παλεύουν να ισορροπήσουν στη σχέση τους, αλλά αυτή θα μείνει ανολοκλήρωτη γιατί τον ήρωα Ντον τον καλεί επιτακτικά ο ίδιος του ο εαυτός να μάθει τα όριά του, μέχρι πού μπορεί να φτάσει. Είναι ένα κάλεσμα με στόχο το προσεκτικό κοίταγμα της ψυχής, καθώς και μια σκληρή αναμέτρηση με τις επίμονες επιθυμίες που έχουν την ικανότητα να αλλοτριώνουν τον άνθρωπο και να διαβρώνουν την ηθική του υπόσταση! Αποφασίζει να ανέβει στο βουνό και προετοιμάζεται με σταθερότητα, ακρίβεια και συστηματικότητα. Η Μάργκοτ νομίζει ότι θα τον χάσει για λίγο, αλλά τελικά θα τον χάσει για πάντα. Θα της κληροδοτήσει τις πολύτιμες σημειώσεις του, μα θα της στερήσει τη φυσική του παρουσία και θα την αφήσει να αναρωτιέται αν όντως τον γνώρισε. Είναι γοητευτικός ο τρόπος με τον οποίον η Ζαχαροπούλου φέρνει αντιμέτωπο τον αναγνώστη με βαθύτερες αλήθειες, κεντρίζοντας τη σκέψη και την κρίση του. Πέρα από την ιστορία, την καθαρή πλοκή και τους καλοσχεδιασμένους χαρακτήρες, υπάρχει ένας φιλοσοφικός πυρήνας που σε προκαλεί να εμβαθύνεις στον τρόπο θέασης των πραγμάτων και που σε συνδέει με τις ανατολικές θρησκείες και φιλοσοφίες, εισάγοντάς σε σ' ένα κλίμα πνευματικότητας. Δεν είναι ανώδυνος ο τρόπος με τον οποίον ο αναγνώστης θα προσεγγίσει αυτό το κείμενο, πιστεύω. Διότι δεν πρόκειται για ένα εύκολο, εύπεπτο, ελαφρύ μυθιστόρημα σαν κι αυτά τα μυθιστορήματα φαστ φουντ που κυκλοφορούν για να προσφέρουν εύκολη απόλαυση και να κοιμίζουν τις συνειδήσεις. Το έργο αυτό είναι ένα αξιόλογο φιλοσοφικό παραμύθι, θα μπορούσαμε να πούμε, που χρειάζεται να παιδευτεί ο αναγνώστης για να το ξεκλειδώσει, ειδικά ο τελείως ανυποψίαστος. Εδώ περιγράφεται με ζωντάνια και παραστατικότητα η μύηση ενός ανθρώπου σε μια μεταφυσική εμπειρία προκειμένου να κερδίσει τη χαμένη του ζωή, να ανακτήσει τις πνευματικές του δυνάμεις, να ανασυγκροτηθεί εσωτερικά, να αναμετρηθεί με τη σιωπή, να αναγεννηθεί. Η Μάργκοτ έχει πολλά θέματα να λύσει και με τους άλλους, αλλά κυρίως με τον εαυτό της. Το κακό παρελθόν της την κυνηγά, τα πάθη της, τα λάθη της, όλα συσσωρευμένα μέσα στο είναι της την κάνουν να ασφυκτιά, αλλά εκείνη δεν θα τύχει ακόμα καμίας αποκάλυψης. Ο Ντον διεύρυνε τον χώρο του, «ξεφορτώθηκε τον κόσμο που κουβάλαγε», ανταποκρινόμενος στα ελκυστικά καλέσματα του μυστηριακού και αλλόκοσμου γέρου, όμως η Μάργκοτ απέχει παρασάγγας από τέτοιου είδους διαδικασίες κάθαρσης. Η Μάργκοτ είναι ο αντιήρωας της ιστορίας, που όπως συνέβαινε και στην αρχαία τραγωδία, υπάρχει για να φωτίζει τη δράση του κεντρικού ήρωα – αυτή την αίσθηση μου αφήνει. Εξαιρετικές είναι οι σελίδες του βιβλίου που φιλοξενούν τους φιλοσοφικούς διαλόγους ανάμεσα στον γέρο και τον Ντον. Διαλεκτική ουσίας αναφορικά με την κίνηση του νου και της ψυχής, τη στάση, τον θάνατο, την Αλήθεια, το Παρόν, τη σιωπή, το Φως. Διαβάζω:

    «Είσαι μοιρασμένος ανάμεσα σ' ό,τι συμβαίνει γύρω σου και σ' εκείνα που την ίδια χρονική στιγμή τρέχουν μέσα σου, με αποτέλεσμα να μην είσαι ολόκληρος καμιά στιγμή. Χάνεις το μεγαλύτερο μέρος της πραγματικότητας, ασχέτως τι πιστεύεις. Παραμένεις και εξωτερικά στην άγνοια».Αλλού γράφει:

    «–Παρατήρησε τη ζωή σου...

    –Τη ζωή μου ακριβώς παρατηρώ! Αν δεν είχα επιλέξει, ας πούμε, ν' ακολουθήσω τα ακατανόητα όνειρά μου, δεν θα 'μουν εδώ.

    –Κοίτα πίσω από τη συγκεκριμένη επιλογή που αναφέρεις, θυμήσου όσα συνέβησαν κι απάντησε: Επέλεξες πράγματι με αφορμή "τ' ακατανόητα όνειρά" σου να 'ρθεις; Μήπως το "ακατανόητο" μέχρι σήμερα είναι ο εαυτός σου; Αν τον γνώριζες, δεν θα χρειαζόσουν κανενός είδους σύμβολο και συμβολισμό σαν παρακίνηση ή για καθοδήγηση. Η ζωή σου θα ήταν διαφανής και ξεκάθαρη. Τι σημαίνει για σένα "δεσμωτήριο"; Μήπως είσαι δεσμώτης της ανάγκης κάθε στιγμή, σε κάθε βήμα να διαλέγεις πού ανήκεις; Τι ονομάζεις "δρόμο"; Tην επιλογή τού να ανήκεις; Και πώς είναι δυνατόν να λες "ελεύθερη επιλογή" καθετί με το οποίο ταυτίζεσαι και εξαρτάσαι; Νομίζεις ότι η "χρυσή τομή", ή "μέση οδός", είναι η ισορροπία ανάμεσα σε δύο άκρα. Είναι, όμως; Δεν σου φαίνεται ότι μοιάζεις τότε με κάποιον που προσπαθεί συγχρόνως να καβαλήσει και να ισορροπήσει πάνω σε δύο άλογα;

    –Για να είμαι ειλικρινής, αποφάνθηκε ο Ντον σκεπτικός, μου φαίνεται ότι δεν ξέρω...»

    Στο βιβλίο παρακολουθούμε τη διαδρομή ενός ανθρώπου από την άγνοια προς τη γνώση. Ο γέρος, ο Λευκός, είναι μια αινιγματική μορφή, στην ουσία ο μεγάλος μύστης, ο οδηγός στον δρόμο για την ταπεινότητα, το Καλό, την Αγάπη, το Φως... στον δρόμο της Ένωσης με τον ήδη υπάρχοντα ρυθμό του κόσμου. O μέγας διδάσκαλος βάζει γερά θεμέλια. Τονίζει στον Ντον ότι πρέπει να διώξει εντελώς την Επιθυμία, ώστε να συμβεί η Υπέρτατη Ένωση, η Αγάπη... Διαβάζω:

    «Ό,τι διαπνέεται από επιθυμία και επιδίωξη είναι ψευδαίσθηση. Κανενός είδους επιθυμία δεν είναι καθαγιασμένη. [...] Πώς θα γίνεις ταπεινός; Πώς θα γίνεις Αγάπη; Διατηρώντας την ψευδαίσθηση πως εσύ ο φωτεινός υπερτερείς του άλλου, του σκοτεινού; Στάσου λίγο. Μείνε ακίνητος. Συνδέσου. Δες. Μήπως το Φως είναι εδώ, μήπως το Καλό είναι πανταχού παρόν κι απλώς το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να Το παρατηρήσεις και να Του παραδοθείς;»

    Και παρακάτω:

    «Σταμάτα να επαιτείς. Δεν χρειάζεται, δεν υπάρχει λόγος να ζητάς, να προσπαθείς για τίποτα. Απλά ευχαρίστησε κι άσε την ευγνωμοσύνη να σε διαποτίσει. Τότε η Ύπαρξη ανοίγει τα μάτια, τ' αυτιά της σ' ό,τι πράγματι χρειάζεσαι. Άνοιξε την καρδιά σου και άσε το τραγούδι της να σε ταξιδέψει όπου. Η Ομορφιά και το Φως είναι πάντα εδώ. Έτσι όπως είναι. Η συμφωνία ή η διαφωνία σου δεν έχουν νόημα. Δεν τους είναι απαραίτητες. Ο θεός είναι εδώ. Μέσα σου και έξω σου, Είναι Εσύ. Δεν χρειάζεται να αλλάξεις τον θεό. Έχεις ήδη αναλωθεί μέχρι εξαντλήσεως, χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Κάτσε να ξεκουραστείς, να συμμαζέψεις τα κομμάτια σου, σώπασε και τότε θα Τον δεις.»

    Στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου μαθαίνουμε ότι ο ήρωας της Ζαχαροπούλου βρίσκεται σε καλό δρόμο για την Ατομική του Μεταμόρφωση. Αλλά καμιά φορά χάνει τη σύνδεση με το Παρόν, με την Ουδετερότητα, επειδή ξεπεταγόταν η παλιά ελαττωματική του προσωπικότητα, ο παλιός κακός και εγωιστής εαυτός που προσπαθεί ξανά να επιβάλλει τις θελήσεις του. Συνομιλώντας πάλι, έπειτα από πολύ καιρό, με τη Μάργκοτ, o Nτον τής απαντά με ειλικρίνεια στην πρότασή της για τη συνέχιση της σχέσης τους. Εκείνος έχει περάσει πια σε άλλο επίπεδο, σε άλλο στάδιο. Της τονίζει ότι δεν μπορεί να της δώσει καμία απάντηση και ούτε ξέρει αν θα μπορεί ποτέ. Της ζητά να μη δεσμεύεται από αυτόν, αλλά να οσφραίνεται τη ζωή και να τη ζει. Διότι η ζωή είναι το πιο μεγάλο δώρο που έχει λάβει ο άνθρωπος. Από τον Ντον περάσαμε στο «Ν» που δεν βασανίζεται από μνήμες, αλλά είναι βυθισμένο στο παρόν, στο Τώρα. Το «Ν» που προχωράει ακούγοντας τη σιωπή, συνοδευόμενο όμως πάντα από έναν «ψίθυρο, δροσερό αγέρι μέσα του: η Καρδιά είναι θεός».

  27. O Deyteros.com για την ποιητική συλλογή "Νά σ' ἔχω": Ποιήματα μικρά, το πλείστον, λυρικά, με κύριο άξονα τον έρωτα, όχι ως στοιχείο λυτρωτικό της ζωής, αλλά ως στοιχείο βασανιστικό της ψυχής που φλογίζεται και λιώνει από πόθο προς “το ερώμενον” παρασύροντας και το σώμα, καθώς τα δύον είναι αξεχώριστα. Στίχοι ορμητικοί που ορίζουν μια νέα φωνή, υποσχετική στο χώρο της πιό δύσκολης ποίησης, όπως είναι η ερωτική. [http://www.deyteros.com/natasa-zacharopoulou/?future=all]