A A A

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

 

Περιοδικό "Βακχικόν" Τεύχος 7:

Τα πάντα ανατράπηκαν μέσα σε λίγες μόνο ώρες. Ξαφνικά η Χαλκιδική έγινε Λευκάδα και το κάμπινγκ έδωσε τη θέση του σ' ένα δωμάτιο μιας μονοκατοικίας 5 χλμ έξω από τη Χώρα. Στο διάστημα της -εκεί- παραμονής μου, με συντρόφευε το δεύτερο μυθιστόρημα της κ. Ζαχαροπούλου (σε απάντηση των κακεντρεχών σχολίων περί ρεμβάσματος). Στο νησί, λοιπόν, των Βαλαωρίτη και Σικελιανού προσπάθησα ν' ανακαλύψω αν και εφόσον "Η Ζωή Είναι Εδώ". Είναι τελικά; Και ποιός θα μπορούσε να δώσει μια πιο κατατοπιστική απάντηση από την ίδια τη δημιουργό. Κάπως έτσι, λοιπόν, κλείστηκε η συνάντηση μας. Απόγευμα Σαββάτου, ενώ κοντοζύγωνε το τέλος του καλοκαιριού, το ραντεβού είχε κανονιστεί στη γωνία Ναυαρίνου και Ζωοδόχου Πηγής (για τους γνωρίζοντες). Καθίσαμε με τη συγγραφέα στο ξύλινο τραπέζι και συζητήσαμε παρέα με παγωμένο λευκό κρασί και μπόλικους φίλους στα πέριξ. Ακολουθεί μία γεύση για το τι διαδραματίστηκε :

Στο τελευταίο σας βιβλίο περιγράφετε δύο 24ωρά της ζωής έξι διαφορετικών χαρακτήρων, που στην πραγματικότητα αφορούν μόλις τρείς... Εξηγήστε μας ποιοι είναι αυτοί οι πρωταγωνιστές;

Είναι νέοι, στην ηλικία των τριάντα με τριάντα πέντε χρόνων και ένας περίπου πενηντάρης. Ζουν μίαν άνετη -οικονομικά- ζωή και κάποιοι είναι καριερίστες. Πρόκειται για κατοίκους μιάς σύγχρονης μεγαλούπολης, διαθέτουν κοινωνικές γνωριμίες αλλά βιώνουν την απομόνωση και το ανεκπλήρωτο, όπως και αρκετοί άνθρωποι γύρω μας στο σήμερα. Το είδος της ζωής που κάνουν τους έχει αναγκάσει να έχουν κάποια μυστικά. Αυτά διαπλέκουν τις ζωές τους... περιπλέκοντάς τους και, έτσι, το μυθιστόρημα τούς συναντά και τούς παρακολουθεί σ’ αυτό ακριβώς το χρονικό σημείο.

Ποιοι λόγοι έχουν οδηγήσει τους ήρωες σας σ’ αυτή τη διπλή ζωή;

Το γεγονός ότι έχουν αρνηθεί ν’ αντιμετωπίσουν τους εαυτούς τους, κατά πρώτον, και τις επιθυμίες και τα θέλω τους, εν συνεχεία. Είναι μια κατάσταση που συμβαίνει συχνά και σε πολλούς από εμάς. Όχι ακριβώς όπως συμβαίνει στους ήρωες του βιβλίου, αλλά κατ’ αναλογίαν.
Και αυτή η άρνηση της πραγμάτωσης των βαθύτερων επιθυμιών μας, που μπορεί να προκαλείται από πολλές καταστάσεις και κυρίως από φόβο, μας οδηγεί με τη λογική να βρίσκουμε αρκετές δικαιολογίες για την επιλογή να κάνουμε μια ζωή πολύ διαφορετική από αυτήν που χρειαζόμαστε και που μας εκφράζει. Αυτό δημιουργεί πολύ θυμό. Δημιουργεί συναισθηματικές εκρήξεις, οι οποίες όταν δεν εκφράζονται, συστρέφονται και γεννούν νοσηρότητα. Πολλές φορές μοιάζει να είμαστε θύματα των επιλογών κάποιων άλλων, που έχουν αποφασίσει πριν από εμάς για μας, για το είδος της ζωής μας και την εξέλιξή της. Αλλά κάπου βαθιά μέσα μας γνωρίζουμε όλοι ότι η ευθύνη είναι ατομική. Αυτό μας θυμώνει περισσότερο, έστω κι αν διαλέγουμε τρόπους οικτρά βίαιους για να ξεσπάσουμε την ακόρεστη εσωτερική μας οργή.

Τι είναι αυτό που μας φρενάρει να πετάξουμε αυτά που μας "χαλάνε";

Νομίζω ο φόβος. Ο φόβος απέναντι στο περιβάλλον μέσα στο οποίο ζούμε, αφού είμαστε κοινωνικά όντα, και φυσικά απέναντι στον εαυτό μας. Έχουμε μεγαλώσει και έχουμε γαλουχηθεί με πρότυπα που αδυνατούμε να ξεφύγουμε. Φοβόμαστε την απόρριψη. Την απόρριψη των γύρω, την απομόνωση. Πασχίζουμε να χτίσουμε έναν χαρακτήρα και μια ζωή που θα είναι αποδεκτά. Κάθε στραβοπάτημα που πιθανόν να ραγίσει την εικόνα φαίνεται να είναι οδυνηρό. Δεν αντέχεται. Επίσης, το κενό και το ανικανοποίητο, το αίσθημα της διαρκούς έλλειψης είναι διαδικασίες επώδυνες.

Ξέρουμε τον τρόπο για να τα αποβάλλουμε;

Ίσως και να τον ξέρουμε, αλλά όσο παραμένουμε στην ίδια κατάσταση, εκείνο που υπολογίζουμε είναι το κόστος. Είναι μια κατάσταση που δημιουργεί αφ’ ενός μια μόνιμη γκρίνια κι αφ’ ετέρου διαιωνίζει το βόλεμα. Οι ήρωες του μυθιστορήματος πάντως, όταν βρίσκονται στη δική τους οριακή στιγμή ρισκάρουν να σπάσουν τους καθρέφτες  τους. Ο ένας μάλιστα στη θέση τού σπασμένου δεν βάζει έναν άλλον καινούργιο. Γιατί και τότε θα έβλεπε το είδωλο που θα ήθελε και τον εξυπηρετούσε. Σπάζει τον καθρέφτη του για να δει τον εαυτό του. Τον βλέπει και τον αποδέχεται. Δεν τον αντιμετωπίζει όμως. Και σ’ εκείνο το σημείο ξαναβρίσκει τον άνθρωπο μέσα του. Βρίσκει την καρδιά του. Αλήθεια, σε ποιάν άκρη βρίσκεται η καρδιά μας μέσα στη ζωή μας; Μέσα στην καθημερινότητά μας;

Γιατί όμως δίνουμε περισσότερη σημασία σε αξίες που μας κάνουν λιγότερο ευτυχισμένους;

Οι ήρωες του βιβλίου ζουν το σήμερα στο έπακρο. Όπως κι ο κάθε ζωντανός άνθρωπος δίπλα και γύρω μας, πίστεψαν κι αυτοί βασισμένοι στο μοντέλο της ζωής και τις εμπειρίες τους πως οι εξωτερικές αναζητήσεις, η υλική εξασφάλιση και το κυνήγι όλων αυτών των καταστάσεων που ονομάζουμε επιτυχία και επιτυχημένη ζωή, θα τους έκανε να αισθανθούν και εσωτερικά ασφαλείς και πλήρεις. Όμως ποιες είναι οι αξίες που έχουμε σήμερα; Κανονικά η αξία σαν έννοια δεν θα έπρεπε να διαχωρίζεται σε αξία που μας κάνει περισσότερο ευτυχισμένους και σε αξία που μας κάνει δυστυχισμένους. Η αξία δεν μπορεί να ορίσει το μέτρο της ευτυχίας γιατί ορίζεται από εμάς, όπως επίσης και το μέτρο της ευτυχίας ή της δυστυχίας ορίζεται από εμάς. Οπότε σημασία έχει αν υπερτιμούμε πράγματα και καταστάσεις των οποίων η αξία εκ προοιμίου είναι χαμηλή. Σ’ αυτήν την περίπτωση έχουμε κατεβάσει εμείς οι ίδιοι τον πήχυ της ευτυχίας μας. Και στο "γιατί" της ερώτησής σας καλείται να απαντήσει ο καθένας μας ατομικά : Τι χρειάζομαι; Τι είμαι; Ποιος είμαι; Ποιο είναι το μέτρο μου; ποια η αποτίμηση του εαυτού μου;

Από πού ορμώμενη γράψατε αυτό το αφήγημα-μυθιστόρημα;

Αφορμές πήρα από αυτά που συμβαίνουν γύρω μας και είναι ένα κομμάτι πραγματικότητας που βιώνουμε όλοι μας, όπως επίσης και τα αδιέξοδα μέσα στα οποία έχει περιπλακεί η ζωή μας.

Πόσο τυχαία είναι η επιλογή των χαρακτήρων σας;

Δεν είναι καθόλου τυχαία, αν και ο ένας ήρωας, ο τρομοκράτης, θα μπορουσα να πω ότι αυτοπαρουσιάστηκε μπρος μου. Σε γενικές γραμμές, πάντως, οι ήρωες ζουν κομμάτια πραγματικής ζωής πραγματικών ανθρώπων, που ορισμένες συγκυρίες της ζωής διασταυρώθηκαν μαζί μου.

Και γιατί επιλέξατε αυτούς τους χαρακτήρες και οχι άλλους;

Γιατί ακριβώς κοίταξα γύρω μου, κοντά μου, πολύ κοντά μου. Και έπαθα σοκ. Και το σοκ μάλλον ήταν ότι η πραγματικότητα είναι αρκετά διαφορετική από αυτό που νόμιζα ότι είναι πραγματικότητα.  Δεν γνωρίζω μόνο ανθρώπους σαν τους ήρωες του βιβλίου, οπωσδήποτε, αλλά οι άνθρωποι αυτοί είναι στα διπλανά μας σπίτια. Το φαίνεσθαι και η υποκρισία που διακρίνει την οικογένεια και την κοινωνία τους ντύνει με τα καλά τους, τους μακιγιάρει, τους λουστράρει και προσπαθεί να θολώσει την οπτική και την κρίση των υπολοίπων,  μειώνοντας  τα συμβαίνοντα ή προσπαθώντας να μηδενίσει τις συνέπειες, και φτάνοντας κάποια στιγμή στο σημείο να τους εξιλεώσει ή και να τους οδηγήσει στη κάθαρση χαρίζοντάς τους απλόχερα μεγαλόσχημους τίτλους και εξιδανικευμένα κοινωνικά προφίλ. Δεν ισχυρίζομαι ότι τέτοιοι άνθρωποι αποτελούν την πλειοψηφία, αλλά οπωσδήποτε δεν είναι μειοψηφία. Το θέμα είναι αν τελικά μας συμβαίνει αυτό που συμβαίνει και στους ήρωες του βιβλίου : αν δηλαδή παραδεχόμαστε μπροστά στον καθρέφτη μας την αλήθεια κι αν μετά από αυτό αναζητούμε το φως.

Ως αναγνώστρια και όχι ως δημιουργός ποιά σημεία θα ξεχωρίζατε απο το βιβλίο;

Όσο και να το θέλω  η αλήθεια είναι πώς  δεν μου είναι εύκολο να ξεχωρίσω κομμάτια του.
Θα σας μεταφέρω όμως τις απόψεις κάποιων ήδη αναγνωστών, που μου έχουν πει τη δική τους γνώμη. Κάποιοι θεωρούν πολύ δυνατό το πρώτο κεφάλαιο, κάποιοι άλλοι την ερωτική συνάντηση της Bianca και του Night Walker, ορισμένοι  βρίσκουν ενδιαφέροντες τους διαλόγους του chatting, κάποιοι άλλοι το κεφάλαιο όπου ο Nero βιώνει τη σκοτεινή νύχτα της ψυχής του, κάποιοι το τελευταίο κεφάλαιο, ορισμένοι το κεφάλαιο με τη γρήγορη εναλλαγή των γεγονότων που έχει πολύ και εναλλασσόμενη δράση και κάποιοι, επίσης, σοκαρίστικαν από τις συνθήκες της ζωής που περιγράφονται.

Στην αρχή του βιβλίου αναφέρετε μια φράση του Χάνεκε. Πόσο επηρεάζει τις διαπροσωπικές μας σχέσεις η συγκεκριμένη  ιδεολογία?

Επειδή το "εγώ" περισσεύει καθημερινά σε όλο το φάσμα των σχέσεών μας, αυτό συνιστά φασισμό. Ο φασισμός χρειάζεται την απομόνωση και την περιχαράκωση. Την εσωτερική. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, είτε ατομική είτε συλλογική που ο αποκλεισμός περισσεύει και η ανταλλαγή της καρδιάς δεν συμβαίνει, υπάρχει φασισμός. Ο φόβος του να συνυπάρξεις ή να μοιραστείς, η αρπακτικότητα με το πρόσχημα του εδώ και τώρα, ο φόβος κάθε πιθανής απώλειας διατηρεί ή εφευρίσκει όλο και περισσότερες ευκαιρίες και κανόνες δεσμεύσεων και ελέγχου.  Αυτού του είδους οι συμπεριφορές είναι φασιστικές ακόμα και στην περίπτωση που κάποιος μέσα σε μία σχέση επιλέγει το ρόλο του θύματος. Ο φασισμός δεν ασκείται μόνο από εκείνον που έχει τον έλεγχο, αλλά και από εκείνον που τον αποδέχεται είτε προσπαθεί να τον αποτινάξει είτε επειδή καταπιέζεται και συνθλίβεται. Ο φασισμός σε συλλογικό ή ατομικό επίπεδο έχει πάντα αναφορά στη μονάδα. Όπως και κάθε τι. Και τελικά, για να κάνουμε μία ακόμη σύνδεση του φασισμού ως μότο του βιβλίου και των ηρώων του, όταν θέλεις μονάχα να παίρνεις τα πάντα που θεωρείς ότι δικαιούσαι και να επιβάλλεις το δικό σου τρόπο σκέψης ή αντίδρασης στα πράγματα, τι άλλο υπάρχει εκτός από από φασισμός;

Τελικά "Η Ζωή είναι εδώ" ή "Η Ζωή είναι αλλού"  κατά Κούντερα;

Ο Γιάρομιλ, ο ήρωας του Κούντερα, ψάχνει τη ζωή αλλού από εκεί που είναι. Είναι κι αυτός απομονωμένος εξαιτίας της μητρικής αγάπης που τον κυνηγά και που έχει σκηνοθετήσει τη ζωή του και εξαιτίας των ευαισθησιών του, που του δημιουργούν πρόβλημα στη ζωή και τις σχέσεις του με τις γυναίκες. Γίνεται τελικά οπαδός του καθεστώτος και καταδότης. Και οι ήρωες του «H Ζωή είναι εδώ» βρίσκονται σ’ ένα παρόμοιο οριακό σημείο με τον Γιάρομιλ. Αναζητούν τη ζωή, που είναι από άλλους "έτοιμη", είτε από φόβο να ακολουθήσουν το δρόμο που θέλει η καρδιά τους, είτε εγκλωβισμένοι σε στρεβλές πεποιθήσεις για το τι είναι ζωή και ειδικότερα τι θεωρείται "επιτυχημένη ζωή, κοινωνικές σχέσεις και καριέρα". Όμως υπάρχει ένα οριακό σημείο στους ήρωες του "Η Ζωή είναι εδώ" : θα πρέπει να διαλέξουν αν θα μείνουν με τη σκοτεινή τους πλευρά ή αν θα αποφασίσουν να αφήσουν το φως να γλιστρήσει από μια χαραμάδα και να γίνει δρόμος τους. Τελικά ανακαλύπτουν ότι η ζωή δεν ήταν εκεί που την ζούσαν αλλά εδώ που ετοιμάζονται να βαδίσουν τώρα. Η ζωή άλλωστε είναι πάντα εκεί που είμαστε ολόκληροι : mε το σώμα, τον νου και την καρδιά μας.

 

***

"Γνώμη της Χαλκιδικής" 17 Μαρτίου 2010


Λέγεται ότι "η αρχή είναι το ήμισυ του παντός". Για σας, πότε έγινε αυτή η αρχή;


Η αρχή πάει πολλά χρόνια πίσω, πριν από την εφηβεία σχεδόν, όταν, χάρη σε μικρές καθημερινές αφορμές, είχα αρχίσει να εκφράζομαι με στίχους.
Όταν βρέθηκα στο λύκειο, η διασταύρωσή μου με κάποιες εμπνευσμένες φιλολόγους (ήταν, πράγματι, ξεχωριστές και ως εκπαιδευτικοί και ως παιδαγωγοί και ως άνθρωποι), οι οποίες έσκυψαν με πραγματικό ενδιαφέρον πάνω στην περίπτωσή μου, ανοίγοντάς μου λογοτεχνικούς ορίζοντες και βοηθώντας με να καλλιεργήσω περισσότερο το εκφραστικό μου μέσον, συνέβαλλαν ώστε οι εκφραστικές μου δυνατότητες να διευρυνθούν και αυτός ο τρόπος της βαθειάς μου ανάγκης για έκφραση, δηλαδή η λογοτεχνία, να γίνει δρόμος μου.
Η γνωριμία μου αργότερα, το 1993, με τον Ρένο Αποστολίδη κι ένας κύκλος μαθημάτων ή λογοτεχνικών εργαστηρίων, όπως σήμερα είναι αυτού του είδους οι κύκλοι γνωστοί, υπήρξε καταλυτική ώστε να ξεκινήσουν οι γραπτές μου δοκιμές σε πεζό λόγο, κι έτσι προέκυψε η πρώτη συλλογή διηγημάτων μου, η οποία εκδόθηκε το 1995, με τον τίτλο "Κι ας μεταξιδεύεις όπου".

 

«Για μένα το θέμα έχει δευτερεύουσα σημασία. Με ενδιαφέρει να αποδώσω αυτό που ζει ανάμεσα σε μένα και στο θέμα», έλεγε ο Κλωντ Μονέ. Εσείς τι προσπαθείτε να μεταφέρετε μέσα από το βιβλίο σας "Η ζωή είναι εδώ";


Κατ’ αρχάς, "ανάμεσα στον καλλιτέχνη και στο θέμα" δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαχωρισμός, αν κι έτσι φαίνεται, με τον τρόπο που ακούγεται η ρήση του Μονέ. Αυτό το ανάμεσα δεν υπάρχει. Αλλιώς, το κάθε ένα "θέμα", που γίνεται η αφορμή για έκφραση, μέσω της όποιας μορφής Τέχνης, δεν θα αποτελούσε θέμα. Μας έλκουν ή και μας απωθούν συνήθως καταστάσεις, πρόσωπα, σκέψεις ή συναισθήματα που η ανάκλασή τους γύρω μας υπάρχει μέσα μας. Και δεν έχει σημασία με ποιόν ακριβώς τρόπο υφίστανται εντός μας, πάντως υφίστανται.
Έτσι, λοιπόν, και οι φόβοι που κατατρέχουν τους ανθρώπους σήμερα για ουσιαστική επαφή, τα ψευδεπίγραφα συναισθήματα και η συναισθηματική παγωνιά που κρύβεται πίσω τους, η κατ’ επίφασιν επιτυχημένη ζωή, που στις μέρες μας προσδιορίζεται ως κοινωνική επιτυχία, κυνηγώντας την υλική ευμάρεια και το συνήθως ανέφικτο μέσω αυτής, η οργή και ο συσωρευμένος θυμός, που δημιουργούν ένα φουσκωμένο ποτάμι μέσα μας, κάθε φορά που έρχονται οι διαψεύσεις, ειδικότερα μάλιστα όταν αδυνατούμε να βρούμε το θάρρος να ακολουθήσουμε την καρδιά μας, αλλά χτίζουμε τη ζωή μας πάνω στα "πρέπει" των άλλων, είναι καταστάσεις που παρατηρώ και βιώνω στην καθημερινότητά μου, και έγιναν το "θέμα" αυτού του μυθιστορήματος.
Εν ολίγοις, μέσω του "η ζωή είναι εδώ", προσπάθησα να μεταφέρω τα σημερινά αδιέξοδα, αλλά, επειδή πιστεύω ότι πάντα υπάρχει μια φωτεινή στιγμή, το περιθώριο δηλαδή η συνείδηση να αντιληφθεί, να διορθώσει και να επανορθώσει, οι ήρωες του βιβλίου στο τέλος επιβιώνουν ως άνθρωποι, ανατρέποντας τις επιλογές της μέχρι τότε ζωής τους.

 

Πολλοί θεωρούν σπουδαία την Τέχνη που δύσκολα ερμηνεύεται ή που προκαλεί δέος. Όμως, κατά πόσο μια τέτοια αντιμετώπιση είναι θετική;

Δεν υπάρχει, κατά τη γνώμη μου, θετική ή αρνητική αντιμετώπιση. Αλλά αντιμετώπιση. Χωρίς περαιτέρω χαρακτηρισμό.
Πιστεύω, όπως και πάρα πολλοί άλλοι, ότι η Τέχνη είναι Ζωή και το αντίστροφο: η Ζωή είναι Τέχνη.
Αν, λοιπόν, η ζωή ερμηνεύεται δύσκολα ή προκαλεί δέος, τότε μπορώ να καταλάβω μια παρόμοια προσέγγιση και για την Τέχνη. Στην πραγματικότητα, όμως, Ζωή και Τέχνη δεν είναι καταστάσεις διαχωρισμένες και άγνωστες μεταξύ τους. Αν παρατηρήσει ο καθένας μας την Τέχνη της ίδιας της Ζωής, αν επιτρέψει στον εαυτό του να βιώσει αυτήν την Τέχνη κι αν αισθανθεί την ανάγκη κάποια στιγμή να εκφράσει όσα στην ψυχή του η Τέχνη της Ζωής καθαυτήν έχει καλλιεργήσει, τότε δεν υπάρχει τίποτα δυσερμήνευτο ή ερμητικό. Τότε δεν παράγεται ο ίλιγγος του δέους.
Αντιθέτως, νομίζω ότι, όταν μέσα μας είμαστε μπερδεμένοι, όταν αφήνουμε χώρο μόνο στο μυαλό μας να ερμηνεύσει ή να καταχωρίσει τις εμπειρίες μας και ό,τι ο καθένας μας αντιλαμβάνεται ως κόσμο, τότε παράγονται δυσερμήνευτες ή δεοτικές καταστάσεις.

Στο βιβλίο σας υπάρχουν σημεία δυσερμήνευτα; Ποιες είναι οι πηγές έμπνευσής σας;

Έχω την εντύπωση, από απόψεις αναγνωστών και κάποιων ομοτέχνων μου, ότι στο μυθιστόρημα "Η ζωή είναι εδώ" δεν υπάρχουν δυσερμήνευτα σημεία. Αλλά, φυσικά, δεν μπορώ εκ των πραγμάτων να γνωρίζω τις απόψεις όλων εκείνων που το έχουν διαβάσει. Αν εσείς έχετε επισημάνει κάποιο ή κάποια τέτοια σημεία, είναι μια καλή ευκαιρία να το συζητήσουμε.
Όσον αφορά στο δεύτερο σκέλος της ερώτησής σας, γενικώς, δεν υπάρχουν συγκεκριμένες πηγές, αλλά κάθε τι που συμβαίνει γύρω μου και ανακλά μέσα μου, καθώς επίσης και οι εξ αυτού κινητοποιούμενες και παραγόμενες σ’ εμένα εσωτερικές διαδικασίες, μπορεί να γίνει "πηγή έμπνευσης". Ακόμα κι αν είναι το πιο ελάχιστο, το πιο απαρατήρητο "κάτι".

 

Αν διαπιστώνατε ότι κάποιος, που αγοράζει ένα βιβλίο σας, δεν το κάνει από αγάπη για το βιβλίο, αλλά για να δημιουργήσει στους άλλους μια ψευδή για το ποιόν του εντύπωση, ποια θα ήταν τα συναισθήματά σας;


Δεν συμφωνώ με τέτοιου είδους πρακτικές, ακόμα κι αν η ψευδής εντύπωση έχει να κάνει με την εκδοχή των άκρως θετικών εντυπώσεων, σχολίων, παρουσιάσεων και λοιπών πρακτικών επιβολής του βιβλίου. Το κέρδος του ψεύδους είναι προσωρινό. Και δεν έχει σημασία πόσον ακριβώς χρόνο διαρκεί αυτή η προσωρινότητα. Η αλήθεια και κάθε τι που πράγματι αξίζει, λάμπει και είναι ό,τι μένει στο τέλος.

 

Παλαιότερα, σε μια ραδιοφωνική εκπομπή, ο Μιχάλης Κακογιάννης είχε πει ότι δεν υποστηρίζει θεσμούς βράβευσης, με το σκεπτικό ότι η Τέχνη δεν έχει σχέση με τον ανταγωνισμό. Εσείς θα συμμετείχατε, αν σας επέλεγαν, σε έναν τέτοιο θεσμό;


Κατ’ αρχάς, συμφωνώ με την άποψη του κ. Κακογιάννη. Η Τέχνη δεν έχει σχέση με ανταγωνισμούς. Ούτε ο Θεός, επί παραδείγματι, ή η Ζωή έχει σχέση με ανταγωνισμό.
Όμως, οι άνθρωποι, ως εκφραστές ή ερμηνείς της Τέχνης, του Θεού ή της Ζωής, εμφορούμαστε από ανταγωνιστικά συναισθήματα και τις πρακτικές που γεννώνται από αυτά, κι αυτό έχει να κάνει με το πώς νιώθει ο καθένας μας απέναντι στη ζωή και στον κόσμο ή πώς αντιμετωπίζουμε τον ίδιο τον εαυτό μας. Εκφράζουμε ό,τι έχουμε μέσα μας. Έχουμε πόλεμο μέσα μας, έχουμε ανταγωνισμό μέσα μας και, κατά συνέπεια, αυτό θα εκφράσουμε και έξω μας. Γύρω μας. Και στη συνέχεια, εφ’ όσον αυτό εκπέμψαμε, το αντίστοιχο θα έλξουμε.
Αν και ζούμε την πραγματικότητα ενός κόσμου που σε όλες τις καθημερινές του εκφάνσεις διέπεται από ανταγωνιστικότητα, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι δεν υπάρχουν και ορισμένοι, οι οποίοι λειτουργούν διαφορετικά. Άλλωστε, ο καθένας μας αναγνωρίζει στους υπόλοιπους εκείνα τα κίνητρα που διακρίνει στον εαυτό του. Οι άλλοι είναι καθρέφτες μας.

 

Λέγεται ότι η φιλοδοξία –με την καλή έννοια– είναι κινητήριος μοχλός, όπως και η επιθυμία. Συμφωνείτε;


Συμφωνώ ότι η φιλοδοξία και η επιθυμία γίνονται κινητήριοι μοχλοί, αλλά στέκομαι, αφ’ ενός, στην επισήμανσή σας "με την καλή έννοια" και, αφ’ ετέρου, σ’ αυτό καθαυτό το γεγονός, ότι γίνονται "κινητήριοι μοχλοί".
Τι εννοώ μ’ αυτό: Κατ’ αρχάς, η αγάπη για τη δόξα είναι κι αυτή μια επιθυμία. Αυτή η επιθυμία, όπως και κάθε άλλη, δεν έχουν όρια. Είναι η φύση της επιθυμίας τέτοια. Να μη σταματάει. Κάθε επιθυμία γεννάει πολλές άλλες επιθυμίες. Είναι μια "Λερναία Ύδρα". Και είναι προϊόν του μυαλού. Οι επιθυμίες έχουν την ποιότητα της σκέψης. Και οι σκέψεις δεν έχουν όρια. Δεν σταματούν πουθενά. Είτε οι σκέψεις αφορούν το λογικό μέρος του νου μας είτε αφορούν τα συναισθήματά μας. Οι επιθυμίες συνίστανται από διαρκή "θέλω", "χρειάζομαι", "μου λείπει" κ.ά. αντίστοιχα ρήματα ή ουσιαστικά.
Κατ’ αυτήν την έννοια, και η επιθυμία που κινεί την αγάπη για τη δόξα δεν έχει όρια και τέλος. Διότι, κάθε τι που φαίνεται ότι προσωρινά χορταίνει την ουσιαστικά ακόρεστη πείνα της πραγμάτωσής της, βρίσκει και μια δικαιολογία στη συνείδησή μας. Το αποτέλεσμα είναι η συνείδησή μας σιγά / σιγά να γίνεται ελαστική. Και αν κοιτάξουμε γύρω μας, την πραγματικότητα που βιώνουμε στην καθημερινότητά μας, θα διαπιστώσουμε ότι είμαστε όλοι αποδέκτες και συμμέτοχοι καταστάσεων ζωής, που είναι απόρροια αυτής ακριβώς της κατ’ εξακολούθησιν ελαστικοποίησης της συνείδησής μας.
Από την άλλη πλευρά, το διαρκές κυνήγι της πραγμάτωσης των επιθυμιών μας μάς κάνει δυστυχείς. Κι αυτό, γιατί στην πορεία έχουμε χάσει το στόχο. Αν ο στόχος κάθε επιθυμίας είναι η πραγμάτωσή της, το χάσιμο του εαυτού μας συμβαίνει, όταν ταυτιζόμαστε και με το κυνήγι και με την επιθυμία και με το αποτέλεσμα –θετικό ή αρνητικό– της πραγμάτωσής της. Εκεί γεννιέται η δυστυχία. Η αντίληψη της φύσης αυτών των καταστάσεων και η συνειδητοποίηση του κόστους τους μέσα μας και στη ζωή μας θα φέρει και την αναζητούμενη από όλους μας αλλαγή. Η αλλαγή είναι εσωτερική υπόθεση και δεν έρχεται ποτέ απ’ έξω.
Επομένως, η διαφωνία μου στο ερώτημά σας συνίσταται στην ουσία του, που έχει να κάνει με τα άσχημα και διαστρεβλωμένα πρότυπα, στα οποία έχουμε βασίσει τη ζωή μας.

 

O Hράκλειτος έλεγε ότι "εκείνοι που ονειρεύονται κι εκείνοι που κοιμούνται, είναι κι αυτοί δημιουργοί του κόσμου". Εσείς, ως μια άλλη δημιουργός, έχετε την ίδια άποψη;


Αυτό που λέει ο Ηράκλειτος, είναι μια μεγάλη αλήθεια. Και ισχύει για τον καθένα μας, είτε το γνωρίζουμε είτε όχι. Δηλαδή, είτε είμαστε συνειδητοί είτε όχι. Και οι περισσότεροι δεν είμαστε συνειδητοί ως προς τη δημιουργική μας δυνατότητα ή ικανότητα. Άλλωστε, με τον προσδιορισμό "κι εκείνοι που κοιμούνται", ο Προσωκρατικός όλους εκείνους τους μη συνειδητούς εννοεί.
Οι σκέψεις και τα συναισθήματα του καθενός μας δημιουργούν την πραγματικότητά μας και, εν τέλει, τον κόσμο μέσα στον οποίο ζούμε. Επί παραδείγματι, ένας άνθρωπος γεμάτος θυμό, οργή, φθόνο, διαρκείς άπιαστες και ανικανοποίητες επιθυμίες, ποια πραγματικότητα ζωής δημιουργεί για τον εαυτό του και όσους τον περιστοιχίζουν; Και ως αποτέλεσμα, δεν έλκει πρόσωπα και καταστάσεις όσων εκπέμπει;
Είναι, λοιπόν, κατ’ ουσίαν δημιουργός. Ασχέτως αν μέσα στην εν γένει ασυνειδησία του αυτός ο άνθρωπος πιστεύει – ακράδαντα κιόλας– ότι, για όσα του συμβαίνουν, ευθύνονται οι άλλοι ή το σύστημα ή το κράτος ή ό,τι τέλος πάντων.
Την ίδια αλήθεια, που είπε ο Ηράκλειτος, με άλλα λόγια μάς έχει μεταφέρει ο Χριστιανισμός. Είμαστε κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση του Δημιουργού, λέει η θρησκεία, δηλαδή δημιουργοί και οι ίδιοι. Διαθέτουμε τη φύση και την ποιότητα της ενέργειας Εκείνου. Και όχι, φυσικά, μόνο στο εξωτερικό επίπεδο, του να επεμβαίνουμε δηλαδή στις ήδη εκφρασμένες μορφές της ύλης, αλλά –κατ’ αρχάς και κύρια– στη δημιουργία αυτής ταύτης της Ιδέας, που γίνεται Ύλη. Σκεφτόμαστε, αισθανόμαστε (Ιδέα), "λέμε και γεννάται" (Λόγος), κι έτσι μορφοποιούμε την άυλη πραγματικότητά μας.
Οφείλουμε, λοιπόν –το οφείλει ο καθένας μας στη Χάρη της Ζωής– να "ξυπνήσουμε", να γίνουμε δηλαδή συνειδητοί, ώστε ο κόσμος που δημιουργούμε να αποκτήσει σχήμα, αρμονία και ομορφιά.

Υπάρχει κάποιο όνειρό σας που δεν έχει πραγματοποιηθεί ακόμα;


Υπάρχει. Το όνειρο να "ξυπνήσω από το όνειρο της ζωής" στην Αλήθεια της.

 

***

 

Συνέντευξη στην Ασημίνα Ξηρογιάννη, Blog Varelaki, 15/05/2010


VARELAKI: Ξεκινώντας… θά ‘θελα ένα σχόλιο για το σημερινό ελληνικό λογοτεχνικό τοπίο…

ΝΑΤ.ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΥ:Νομίζω ότι το λογοτεχνικό τοπίο κι όχι μόνο το Ελληνικό, μοιάζει και αντανακλά την εποχή που ζούμε. Βρίσκεται σε αναβρασμό, αναζητά κατεύθυνση, ροκανίζει τις σάρκες του. Όμως και πώς αλλιώς θα μπορούσε να συμβαίνει, αφού ζωή και τέχνη είναι καταστάσεις σύμφυτες, αλληλένδετες και αλληλοεξαρτώμενες. Έτσι και στις μέρες μας μπορεί κάποιος να βρει λογοτεχνικούς θησαυρούς, αλλά να συναντήσει και τόνους σελίδων για τα σκουπίδια. Χρειάζεται ψάξιμο, πολύ ψάξιμο, και όχι μόνο στον αφρό. Δεν εννοώ φυσικά ότι στον αφρό δεν υπάρχουν διαμάντια, αλλά πάντα η υψηλή λογοτεχνική αξία αναγνωρίζεται από εκείνους που και ως αναγνώστες έχουν την αντίστοιχη συνειδησιακή ποιότητα, οι οποίοι ήταν και παραμένουν σπάνιοι ανάμεσά μας. Όμως η εποχή που διανύουμε χαρίζει ευκαιρίες και στον λογοτεχνικό χώρο. Όχι μόνο να γεννηθεί το καινούργιο, και δεν μιλώ το σπασμωδικά καινούργιο (αν κι από αυτό θα περάσουμε), αλλά, επίσης, λόγω του αναγκαστικού περιορισμού της σπατάλης είναι πιθανόν να μας οδηγήσει στην με επιμονή αναζήτηση της ποιότητας, κι όχι μόνο εμάς τους αναγνώστες αλλά και τις εκδοτικές επιχειρήσεις. Ίσως έτσι δημιουργηθούν εκ νέου ευκαιρίες «ν’ ανεβούμε λίγο ψηλότερα».

VARELAKI: Διαβάσματα και συγγραφείς που σε έχουν επηρεάσει στη σκέψη και τη γραφή σου. Τα κίνητρα της γραφής σου.

ΝΑΤ.ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΥ:Όλοι όσοι έχω διαβάσει, Έλληνες και ξένοι, με έχουν επηρεάσει ο καθένας με τον τρόπο του. Θ’ αναφέρω ορισμένα ονόματα από τα πιο γνωστά, απλώς και μόνο ενδεικτικά: Παπαδιαμάντης, Ροΐδης, Βιζυηνός, Σολωμός, Σεφέρης, Καβάφης, Καζαντζάκης, Λειβαδίτης, Ρίτσος, Αποστολίδης, Φωκάς, Ελύτης, Κάφκα, Τόμας Μαν, Ρ. Μ. Ρίλκε, Χένρι Ντ. Θορώ, Τζάκ Κέρουακ, Χαρούκι Μουρακάμι. Τελευταία, από Ελληνίδες συγγραφείς με έχει επηρεάσει η κα Νατάσα Κεσμέτη, και της οφείλω βαθειά ευγνωμοσύνη γι’ αυτό. Επειδή νομίζω πως, άσχετα με την πρόθεσή του (αν και τίποτα δεν πετυχαίνεται μόνο και μόνο επειδή υπάρχει κάποια πρόθεση), το να καταφέρει ο κάθε συγγραφέας να κάνει έστω κι ένας, τουλάχιστον ένας, από τους αναγνώστες του μιάν εσωτερική μετατόπιση ακόμα κι ένα χιλιοστό πλησιέστερα προς το συνειδησιακό του κέντρο, δικαιώνει την ανάγκη της δικής του ψυχής να εκφραστεί μέσω της λογοτεχνίας ή και κατακυρώνει τη λογοτεχνική του αρτιότητα. Αυτό μού συνέβη όταν διάβασα το «νησί από ελαφρόπετρα» της κας Κεσμέτη, το οποίου ακόμα και ο τίτλος υπηρετεί το αντιθετικόν ζεύγμα: Αντί το περιεχόμενο να επιπλέει στην επιφάνεια, ταξιδεύει στον βυθό φωτίζοντας όχι μόνο τα σκοτάδια της ατομικής μας ύπαρξης, αλλά προσπαθώντας συνάμα να ανιχνεύσει ή και ν’ απαντήσει σε σοβαρά ερωτήματα της τέχνης του λόγου: Τι είναι δηλαδή λογοτεχνία και ποιος είναι ο «άλλος». Όχι μόνο ο «άλλος» ως λογοτεχνικός ήρωας ή εκείνος ο «άλλος» για τον οποίον μπορεί να γράφουμε, αλλά και αυτός ο «άλλος»-ο άλλος μας εαυτός.

Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος της ερώτησής σου σχετικά με το κίνητρο της γραφής, νομίζω ότι γράφουμε για να γνωρίσουμε τους εαυτούς μας. Με αυτούς συνδιαλεγόμαστε. Οι ήρωες των βιβλίων είναι εκδοχές μας σ’ άλλα σημεία άγνωστες, σ’ άλλα σημεία οικείες μας, και μπορεί να φαίνεται ότι ότι κατά την εξελικτική διαδικασίαπρος την ολοκλήρωσή τους απελευθερώνονται και αυτενεργούν, αλλά πόσο εν τέλει μπορεί το μέρος να διαφέρει από την υφή και την ποιότητα του όλου και πράγματι ν’ αυτοδιατίθεται και ν’ αυτενεργεί;

Εννοώ μ’ αυτό πως και οι λογοτεχνικοί ήρωες είναι όπως το ολόγραμμα. Χρησιμοποιώ τον όρο με την έννοια που τον χρησιμοποιεί κι η Φυσική, δηλαδή, ότι το πιο μικρό κομμάτι του συνόλου περιέχει όλη την πληροφορία που ενέχεται στο σύνολο. Ακριβώς όπως συμβαίνει με κάθε ένα ξεχωριστό κύτταρο ενός έμβιου όντος, όπως και μ’ εμάς, την κάθε ξεχωριστή ατομικότητα, σε σχέση με το Σύμπαν που μας περιέχει.

VARELAKI: Διαβάζουν οι νέοι λογοτεχνία στις μέρες μας;

ΝΑΤ.ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΥ:Δεν γνωρίζω τα αποτελέσματα κάποιας στατιστικής ώστε ν’ απαντήσω «ναι» ή «όχι». Όπως επίσης, δεν γνωρίζω, στην περίπτωση που διαβάζουν τι είδους λογοτεχνία διαβάζουν. Και νομίζω ότι δεν μπορεί κάποιος να βασιστεί ακόμη και στους αριθμούς που αφορούν τις πωλήσεις βιβλίων. Κανείς δεν ξέρει αν αυτά τα νούμερα είναι πραγματικά ή, πόσο κοντά στην πραγματικότητα βρίσκονται.

Αυτό πάντως που συχνά έχω συναντήσει μιλώντας με αρκετούς νέους, οι οποίοι μάλιστα θέλουν να γράψουν και οι ίδιοι είτε ποίηση είτε διήγημα ή μυθιστόρημα, είναι ότι «αποφεύγουν να διαβάσουν για να μην αλλοιωθεί αυτό που εκείνοι έχουν να πουν».

Με την ευκαιρία που μου δίνει η ερώτησή σου λοιπόν, θα ήθελα να σημειώσω ότι κανείς ποτέ δεν έχασε διαβάζοντας. Άλλωστε ούτε παρθενογένεση υπάρχει ούτε αυθεντία. Όλα έχουν ειπωθεί, όλα έχουν γραφεί. Η ανθρωπότητα έχει τα ίδια ερωτηματικά εδώ και χιλιάδες χρόνια. Μπορεί να έχουν διαφοροποιηθεί οι συνθήκες της ζωής μας εξωτερικά, αλλά είμαστε το ίδιο μετέωροι, φοβισμένοι, ανασφαλείς, αβέβαιοι, ανίσχυροι ή χαρούμενοι κι ευτυχισμένοι όπως ακριβώς κι οι πιο μακρινοί μας ιστορικά πρόγονοι. Έχουμε τα ίδια υπαρξιακά ερωτήματα. Μας δονούν ή μας κρημνίζουν οι ίδιες καταστάσεις διανθισμένες κάθε φορά από τις ιδιαίτερες ιστορικά ή συγκυριακά συνθήκες μέσα στις οποίες συμβαίνουν. Και μπορεί να διαπιστώσει ο καθένας ότι σήμερα η Τεχνολογία έχει κάνει άλματα, αλλά ο άνθρωπος μέσα του είναι ο ίδιος. Κατά συνέπεια, δεν κινδυνεύει κανείς διαβάζοντας άλλους, το αντίθετο μάλιστα. Καταφέρνει να βρει τον προσωπικό του τρόπο έκφρασης, αλλά, επίσης, ν’ αποκτήσει ή να βελτιώσει τα κριτήριά του. Και γι’ αυτό το σκοπό ο μόνος ασφαλής δρόμος είναι η με προσοχή ανάγνωση των Ελλήνων και ξένων κλασικών της λογοτεχνίας, της φιλοσοφίας κ.λπ.

VARELAKI: Λογοτεχνία και διαδίκτυο. Κάπως ακούγεται αυτό… για πες…

ΝΑΤ.ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΥ:Το διαδίκτυο έδωσε την ευκαιρία σε πολλούς ανθρώπους που ασχολούνται με το γράψιμο να έρθουν σ’ επαφή με έναν μεγάλο αριθμό χρηστών. Αυτή είναι η μία πλευρά. Η ευκολία ν’ αναζητήσεις κάποιον, να διαβάσεις κείμενά του, να βρεις πολλές πληροφορίες γι’ αυτόν που κάποιες άλλες εποχές ήθελε πολύ τρέξιμο. Η άλλη πλευρά όμως παραμένει η ίδια: Η πλευρά δηλαδή της λογοτεχνικής αξίας των δημοσιοποιημένων κειμένων. Η ευρεία διαδικτυακή δημοσιότητα ή η μεγάλη επισκεψιμότητα κάποιων ιστοχώρων δεν προϋποθέτουν και την λογοτεχνική αξία των δημοσιευμένων κειμένων. Και μέσω αυτού του τρόπου μπορεί κάποιος επίσης να συναντήσει και μαργαριτάρια και σκουπίδια. Οπότε, είτε κάποιος στέκεται μπροστά από τους «περιορισμένους» πάγκους ή τα ράφια ενός βιβλιοπωλείου ή μπροστά στην αχανή διαδικτυακή τράπεζα πληροφοριών, πάντα παίζει ρόλο η ιδιαιτερότητά του ως αναγνώστη, η επάρκειά του, ο τρόπος που φιλτράρει ή αποδέχεται άρρητα άκριτα το κάθε τι ως μοναδικό, εξαιρετικό ή ό,τι άλλο παρεμφερές.

VARELAKI: Ποιο από τα βιβλία σου ξεχωρίζεις;

ΝΑΤ.ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΥ:Δεν μπορώ να ξεχωρίσω κανένα. Όσο μεγαλύτερη χρονική απόσταση με χωρίζει από ορισμένα, τόσο ευκολότερο είναι να σταθώ περισσότερο κριτικά απέναντί τους, ν’ αναγνωρίσω θετικές ή αρνητικές επισημάνσεις που μου έχουν γίνει, να συμφωνήσω ή και να διαφωνήσω μ’ αυτές. Όμως δεν μπορώ να ξεχωρίσω κανένα. Είναι σαν να πρέπει να ξεχωρίσω στιγμές της ως σήμερα ζωής μου. Πώς να γίνει αυτό; Η κάθε στιγμή και ο τρόπος που την προσλαμβάνουμε, την αντιλαμβανόμαστε και ζυμωνόμαστε μαζί της συνυφαίνει το σύνολο της προσωπικότητάς μας. Τι θα ήταν ο καθένας μας σήμερα χωρίς την προϊστορία του;

VARELAKI: Με ενδιαφέρει πολύ να μου πεις για το ρέϊκι. Τι είναι ακριβώς και ποιες κατηγορίες ανθρώπων το έχουν περισσότερο ανάγκη. Πώς προέκυψε το βιβλίο αυτό;

ΝΑΤ.ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΥ:Το ρέϊκι είναι ένα σύστημα Φυσικής Θεραπείας. Στις αρχές του 20ού αιώνα ένας Ιάπωνας, ο Μικάο Ουσούϊ, ξαναανακάλυψε τη θεραπευτική τεχνική με τη χρήση της Ενέργειας που υπάρχει γύρω μας, την οποία η ανθρωπότητα γνώριζε και χρησιμοποιούσε εδώ και χιλιάδες χρόνια, και μας παρέδωσε μέσω ενός ασφαλούς τρόπου τη συγκεκριμένη γνώση ώστε να τη χρησιμοποιούμε αλλά να τη μεταδίδουμε και εμείς.

Δεν υπάρχουν συγκεκριμένες κατηγορίες ανθρώπων που να έχουν ανάγκη το ρέϊκι ή όχι. Έτσι κι αλλιώς βέβαια οι άνθρωποι δεν χωριζόμαστε σε κατηγορίες. Εν πάσει περιπτώσει, η Ενέργεια μέσω του Συστήματος Ουσούϊ Ρέϊκι διαθέτει τη συχνότητα εκείνη που είναι καλότατα ανεκτή από κάθε ζωντανό οργανισμό πάνω στον πλανήτη. Μας βοηθάει να πετύχουμε μια απλή χαλάρωση αλλά και να θεραπευτούν πολύ σοβαρές ασθένειες ή και χρόνια νοσήματα. Βελτιώνει την ποιότητα της ζωής μας σε όλα τα επίπεδα: Συναισθηματικό, νοητικό και σωματικό. Αλλάζει ακόμη και την ενεργειακή ποιότητα των χώρων μας, είτε αυτό είναι το σπίτι ή ο εργασιακός μας χώρος, αλλάζει την ενεργειακή ποιότητα της τροφής όπως και κάθε άλλου πράγματος που χρησιμοποιούμε. Η σημαντικότερη όμως συνεισφορά του Ρέϊκι στη ζωή μας είναι η επανασύνδεσή μας με την καρδιά των όντων, με την καρδιά του Όλου. Η άνθηση της Κατάστασης Αγάπη μέσα μας.

Όμως το Ρέϊκι όμως δεν είναι μόνο μια θεραπευτική μέθοδος που έχει κατεύθυνση από εμάς προς τα έξω, δηλαδή προς ό,τι υπάρχει γύρω μας, αλλά είναι και μονοπάτι ζωής, έχει δηλαδή κατεύθυνση από εμάς, την προσωπικότητα του καθενός μας, στο εντός, στον Εαυτό μας. Σ’ αυτό βοηθούν οι Αρχές του, τις οποίες ο Μικάο Ουσούϊ πρόσθεσε στο Ενεργειακό θεραπευτικό σύστημα. Οι Αρχές μάλιστα είναι συνυφασμένες με τη γνωστή σ’ εμάς Δελφική ρήση «γνώθι σ’ αυτόν».

Έτσι οι Αρχές του Ρέϊκι, η Καρδιά του Συστήματος, μας βοηθούν να φτάσουμε στη δική μας καρδιά: Στο Κέντρο της Ύπαρξής μας. Εκεί όπου βρίσκεται η ρίζα της θεραπείας. Νομίζω ότι σήμερα, περισσότερο από ποτέ, μέσα στον κυκεώνα των συνθηκών ζωής που βιώνουμε, καθώς κάθε τι παλιό γκρεμίζεται και το καινούργιο, που είναι άγνωστο και απρόβλεπτο, και εξ αυτού αβέβαιο και ανασφαλές, έρχεται, χρειάζεται όλοι μας να κάνουμε το άλμα εντός. Καμία αλλαγή δεν θα έρθει, όπως και ποτέ δεν ήρθε, απ’ έξω. Χρειάζεται να μετατοπιστούμε εσωτερικά. Από την ανάγκη λοιπόν το άλμα στο βάθος της συνειδητότητας να είναι ασφαλές και σωτήριο για όλους μας, καθώς και από την ως τώρα εμπειρία μου με τη χρήση της Ενέργειας μέσω του Ρέϊκι προέκυψε το συγκεκριμένο βιβλίο.

VARELAKI: Τι ονειρεύεσαι; Μελλοντικά σχέδια…

ΝΑΤ.ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΥ:Το μέλλον τελικώς είναι κάτι που κανείς μας δεν γνωρίζει αν θα έρθει και πώς. Τι νόημα έχει λοιπόν να καταναλώνει ο καθείς φαιά ουσία κάνοντας τα οποιαδήποτε σχέδια; Κατά τη γνώμη μου είναι περισσότερο σημαντικό και ωφέλιμο να ζούμε το παρόν με αυθεντικότητα και να παραμένουμε όρθιοι όταν όλα γύρω μας γκρεμίζονται. Και κατά μία έννοια, θα μπορούσε να πει κανείς, ότι κι αυτό είναι όνειρο και πρόκληση συνάμα. Γιατί είναι πολύ δύσκολο κάθε στιγμή του παρόντος να είσαι ΠΑΡΩΝ.

 

***